Νομός: Λασιθίου
Φαράγγι Μάζα
Το φαράγγι του Μαζά ξεκινάει από το Καρύδι και καταλήγει λίγο μετά τους Αδραβάστους. Έχει μεγάλο μήκος και εντυπωσιακές γεωμορφές στο εσωτερικό του, όμως η διαδρομή είναι μόνο για έμπειρους στη διέλευση φαραγγιών. Στο παρελθόν αποτελούσε βασική οδική διαδρομή ανάμεσα στους διάφορους οικισμούς.
Μέρη κοντινά με Φαράγγι Μάζα
Το Πάρκο βρίσκεται στο Ανατολικό τμήμα της Κρήτης. Περιλαμβάνει την ευρύτερη περιοχή της Σητείας και ολόκληρες τις περιοχές της Ίτανου και της Λεύκης, καθώς και όλες τις παράκτιες περιοχές από Βορρά προς Νότο. Εντός του Πάρκου υπάρχουν, μεταξύ άλλων, οι γνωστές περιοχές Ζάκρου, Παλαίκαστρου, Ζήρου, Ξερόκαμπου, Σίτανου και Καρυδίου.
Τα όρια του Πάρκου έχουν χαραχθεί με σαφήνεια και αγκαλιάζουν μία μεγάλη έκταση συνολικού εμβαδού 361,4 106 τ.μ. (ή 361,4 εκτάρια).
Το Πάρκο χαρακτηρίζεται από μία ευρεία ποικιλία στοιχείων του αβιοτικού και βιοτικού περιβάλλοντος και αποτελεί έναν μοναδικό γεωτουριστικό προορισμό.
Το Φυσικό Πάρκο Σητείας χαρακτηρίζεται από πολύ πλούσια γεωκληρονομιά η οποία περιλαμβάνει εντυπωσιακά πετρώματα από τις βασικότερες αλπικές τεκτονικές ενότητες, ιδιαίτερους σχηματισμούς και γεωμορφές στις μεταλπικές ενότητες, χαρακτηριστικές τεκτονικές και μικροτεκτονικές δομές, καθώς και πλούτο απολιθωμάτων.
Το Φυσικό Πάρκο Σητείας προσφέρεται για πολυάριθμες δραστηριότητες που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα προτιμήσεων, από εκείνους που απλώς επιθυμούν να ξεκουραστούν σε ένα παραδοσιακό και μοναδικό μέρος της Κρήτης μέχρι και τους πιο απαιτητικούς που αποζητούν την περιπέτεια.
Μαγκασά (Βρυσίδι)
Όμορφο γραφικό χωριουδάκι στον ορεινό όγκο του Παλαικάστρου που οι κάτοικοι του το εγκατέλειψαν σταδιακά γύρω στο 1850 και κατέβηκαν στο Παλαίκαστρο αναζητώντας πιο εύφορα εδάφη για καλλιέργειες. Σώζονται μερικά παραδοσιακά πέτρινα σπίτια που ευτυχώς κάποιοι απόγονοι ξαναγυρνούν και τα φτιάχνουν με σεβασμό και μεράκι έτσι όπως ταιριάζει στο πετρώδες ανάγλυφο της περιοχής.
Η ετυμολογία του ονόματός του δεν μας είναι γνωστή, αλλά σύμφωνα με τοπικές μαρτυρίες και παραδόσεις έχει προκύψει είτε από κάποιο οικογενειακό όνομα της περιοχής, είτε από το Βυζαντινό επώνυμο «Αρδάβαστος» ή «Αρτάβασδος» των στρατιωτών του Νικηφόρου Φωκά είτε τέλος, από τις λέξεις «αδρά» και «βαστώ» που μεταφράζεται ως «γερά βαστώ». Ο οικισμός δεν αναφέρεται στις απογραφές του 1583 και 1671, γεγονός που οφείλεται στη καταστροφή του από τις επιδρομές των Τούρκων πειρατών το 1471, οπότε και ερημώθηκε. Επανακατοικήθηκε το 16ο αι. μ.Χ. Αναφέρεται στις απογραφές του 1832-33 και 1881, με τον πληθυσμό να ανέρχεται σε 75 χριστιανούς κατοίκους, καθώς οι Οθωμανοί αποφεύγουν την περιοχή. Στην απογραφή του 1928 ο πληθυσμός έχει αυξηθεί, ενώ σήμερα έχουν απομείνει 32 μόνιμοι κάτοικοι.
Οι Αδραβάστοι είναι ένας μικρός οικισμός του Νομού Λασιθίου στην Κρήτη (εικ. 1). Βρίσκεται σε γειτνίαση με τη Ζάκρο, η οποία αποτελεί τον βασικό πόλο έλξης για όλους τους περιφερειακούς οικισμούς της περιοχής. Συγκεκριμένα, έως το 1990 ανήκε στο ομώνυμο κοινοτικό διαμέρισμα και αναφερόταν ως ένα από τα Μετόχια της, τους συνοικισμούς δηλαδή που αποτελούσαν ενιαία κοινότητα-ενορία και είχαν κοινή ιστορική και οικονομικοπολιτική πορεία. Βρίσκεται στους ανατολικούς πρόποδες του βορινού τμήματος του υψιπέδου Χάνδρα-Mόδι, χαρακτηρίζεται ημιορεινός και αναπτύσσεται γραμμικά ακολουθώντας τις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους. Η ευρύτερη περιοχή έχει ενταχθεί σε ζώνες προστασίας τοπίου.
Η οικονομία του τόπου βασίστηκε ανέκαθεν στην αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή, ενώ οποιαδήποτε μορφή μεταποίησης ένδυσης και διατροφής στηρίχθηκε στην οικοτεχνία, που λάμβανε χώρα σε δημόσιους κοινόχρηστους χώρους όπως η φάμπρικα και ο φούρνος. Αντίθετα, ο τριτογενής τομέας αποτελεί terra incognita, με εξαίρεση μία τουριστική επιχείρηση μικρής κλίμακας που οργανώθηκε το 2008, αλλοιώνοντας τη δομή του πολεοδομικού ιστού και την εικόνα του αρχιτεκτονικού συνόλου.
Πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά
Η επιλογή της θέσης, του προσανατολισμού, της δομής και της μορφολογίας του αρχικού πυρήνα του οικισμού είναι απόρροια καθοριστικών παραγόντων για την επιβίωση των ανθρώπων στις συγκεκριμένες συνθήκες της εποχής δημιουργίας τους. Συγκεκριμένα, το βραχώδες, υπερυψωμένο τοπίο επιτρέπει την εποπτεία, οχύρωση και προστασία από εισβολείς, η ύπαρξη νερού αποτελεί βασική παράμετρο επιβίωσης και η ύπαρξη καλλιεργούμενων εκτάσεων εκατέρωθεν συνθέτει το τελευταίο βασικό στοιχείο επιλογής του τόπου για την αρχική επιβίωση και μετέπειτα ανάπτυξη των κατοίκων. Η οργανική ανάπτυξη του οικισμού αποτελεί συνδυασμό των προαναφερόμενων παραμέτρων και επιπρόσθετα της ανάγκης για οικονομία χώρου και υλικών. Η προσαρμογή των κτηρίων στο γεωανάγλυφο είναι ικανοποιητική, καθώς τα περισσότερα κτίσματα είναι ισόγεια με κάλυψη 100%. Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις με διώροφα κτίσματα, τα οποία, λόγω της οχυρωματικής τους φύσης, μπορούμε να πούμε ότι εντάσσονται και αυτά στο άμεσο περιβάλλον τους.
Η πρόσβαση στο χωριό πραγματοποιείται μέσω ενός ασφαλτοστρωμένου δρόμου που τέμνει το χωριό, απομονώνοντας το οικιστικό τμήμα από τις νότιες αγροτικές εκτάσεις. Το εσωτερικό οδικό δίκτυο του παλιού τμήματος του οικισμού διαμορφώνεται με κλιμακωτούς ή επίπεδους πεζοδρόμους κυμαινόμενου πλάτους, λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους. Τα αρχικά οδοστρώματα παραμένουν υποθετικά, διότι όλα τσιμεντοστρώθηκαν από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα, εκτός ελάχιστων σημείων σε εγκαταλελειμμένες περιοχές του οικισμού, όπου βράχος και χώμα συνθέτουν το βασικό υλικό των χαράξεων. Αυτές οι τσιμεντοστρώσεις χρονολογούνται παράλληλα με την κατασκευή του υδραγωγείου (1968) στη θέση της παλιάς κρήνης και πηγής. Σοβαρότερη επέμβαση στο οδικό δίκτυο θεωρείται η εξομάλυνση των αναβαθμίδων και η κατασκευή γέφυρας στον βασικό δρόμο εισόδου από την επαρχιακή οδό στο χωριό έως το πλάτωμα πάνω από το υδραγωγείο με στόχο την εξασφάλιση πρόσβασης μικρού τροχοφόρου (εικ. 2). Τότε κατασκευάστηκε και η διαμόρφωση της άνω πλατείας που συνδέθηκε με το υδραγωγείο μέσω τσιμεντένιας απότομης κλίμακας. Ο βόρειος και νότιος αμαξωτός δρόμος που οδηγεί στα αντίστοιχα νεότερα τμήματα του οικισμού, παρουσιάζει εικόνες τσιμεντόστρωσης και χώματος.
Η οργάνωση και εικόνα των Αδραβάστων συνθέτουν χαρακτηριστικό παράδειγμα ημιορεινού κρητικού χωριού. Ο πυρήνας του οικισμού βρίσκεται στη θέση της παλιάς πηγής, γύρω από την οποία αναπτύσσεται ημικυκλικά προς τα πάνω, διαδοχικά στα επίπεδα του βράχου και εκατέρωθεν σε γραμμικούς βραχίονες που ακολουθούν τις υψομετρικές καμπύλες. Είναι άρρηκτα δεμένος με το βραχώδες περιβάλλον και η πλειονότητα των κατοικιών είναι προσανατολισμένη προς την κοιλάδα και τις γαίες των κατοίκων. Η ένδεια και μετανάστευση των κατοίκων την τελευταία πεντηκονταετία οδήγησε στην ερήμωσή του, με αποτέλεσμα το οικιστικό σύνολο να διατηρείται σχεδόν αναλλοίωτο, γεγονός που επιτρέπει στους μελετητές να παρακολουθήσουν τη χαρακτηριστική εικόνα της κατοικίας των αρχών του 20ού αιώνα (σημ. 3). Εξαιρέσεις αποτελούν κάποιες ιδιωτικές πρωτοβουλίες επιδιορθώσεων και νέων επεμβάσεων με σκυρόδεμα, οι οποίες έχουν αλλοιώσει το χαρακτήρα του, κυρίως στο μέτωπο της επαρχιακής οδού.
Βασικό χαρακτηριστικό αποτελεί η απουσία δημόσιων χώρων συνάθροισης κοινού, καθώς και δημόσιων κτηρίων εκπαίδευσης και περίθαλψης. Αντίθετα, εντύπωση προκαλούν τα δύο κοινόχρηστα οικήματα, η Φάμπρικα-Ελαιοτριβείο και ο Φούρνος, τα οποία δημιουργήθηκαν από συλλογική προσπάθεια των κατοίκων. Το πρώτο βρίσκεται σε κατάσταση ερειπιώνα, ενώ το δεύτερο, αν και λειτουργεί έως τις μέρες μας, χρήζει συντήρησης. Στο ανώτερο σημείο του χωριού βρίσκεται η δίκλιτη εκκλησία ‒ το ένα κλίτος είναι αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο και το άλλο στην Παναγιά Ζωοδόχο Πηγή.
Τέλος, τα σχήματα, η πληρότητα και η ογκομετρία των οικοδομικών τετραγώνων προέκυψαν από τη δυνατότητα δόμησης και τη δυνατότητα πρόσβασης στον ελάχιστο χώρο πάνω στο βραχώδες του εδάφους. Είναι ασύμμετρα και ακανόνιστα, ακολουθώντας τη λογική των φυσικών σχηματισμών. Οι όγκοι προσαρτώνται τέλεια στις φυσικές ανωμαλίες. Τα κυρίως ισόγεια κτίσματα πολλές φορές προβάλλουν σαν διώροφα, χωρίς να είναι πάντοτε. Διώροφα κτίσματα υπάρχουν ελάχιστα και η εκμετάλλευση του ισογείου δεν είναι πλήρης σε αυτές τις περιπτώσεις. Στις εκατέρωθεν επεκτάσεις του αρχικού πυρήνα, τα οικοδομικά τετράγωνα παίρνουν γραμμική μορφή εκατέρωθεν δρόμων που ακολουθούν τις υψομετρικές καμπύλες. Η απότομη κλίση δημιουργεί κλιμακωτά μέτωπα με ισόγεια κτίσματα πλήρως ενταγμένα στο έδαφος, εκτός των οικοδομικών επεμβάσεων της τελευταίας 15ετίας στη βορινή επέκταση του οικισμού. Τέλος, τα δίκτυα υποδομών είναι απαρχαιωμένα και εμφανή. Ο δημόσιος και ιδιωτικός χώρος συγχέονται, καθώς ο ιδιωτικός χώρος-κατοικία περιορίζεται στο εσωτερικό κτήριο που βρίσκεται σε άμεση σχέση με τον δημόσιο χώρο-δρόμο. Ελάχιστα κτήρια διαθέτουν ιδιωτική αυλή στην είσοδό τους, η οποία οριοθετείται από πέτρινο τοίχο διαμόρφωσης εδάφους. Υψομετρικές διαφορές εισόδων και δρόμων επιλύονται με σκαλοπάτια παράλληλα στην πορεία του δρόμου που οδηγούν σε πλατύσκαλα και σπανιότερα σε κοινόχρηστο δώμα που παρέχει πρόσβαση στον υπερκείμενο ιδιοκτήτη.
Η κυριαρχούσα τυπολογία κτηριακής μονάδας περιλαμβάνει ισόγειους κυβόσχημους όγκους (μονάδες κατοικίας), οι οποίοι συνθέτουν γραμμικά ή ακανόνιστα οικοδομικά τετράγωνα. Δεύτερη τυπολογική μονάδα είναι οι διώροφοι όγκοι που συνδυάζονται με ισόγειες κατασκευές, δημιουργώντας επίπεδα κατακόρυφης κίνησης και στάσεων (δώματα ισογείου) (εικ. 3).
Τα υλικά είναι παραδοσιακά και τοπικά, με την ακανόνιστη πέτρα –λαξευμένη μόνο στα ανοίγματα– να κυριαρχεί στη δόμηση, συμπληρωμένη από ξύλο, καλάμια και χώμα. Σοβάς υπάρχει παντού με κοκκινωπό, αργιλικής σύστασης χώμα, άμμο και ασβέστη, ώστε να προστατεύεται η λιθοδομή. Τα δώματα είναι κλασικά χωμάτινα, εκτός των επισκευασμένων που έχουν αντικατασταθεί από σκυρόδεμα ή μεταλλική λαμαρίνα. Τα διακοσμητικά στοιχεία εκλείπουν παντελώς, πέραν των κλασικών προτύπων διαμόρφωσης των ανοιγμάτων, τοξοτών ή ορθογωνίων.
Ανάμεσα στους οικισμούς Μαγκασά και Μητάτο και σε ορισμένα τμήματα του αγροτικού δρόμου που τους συνδέει, διασώζονται τμήματα του παλιού καλντεριμιού που συνέδεε παλιότερα τους δύο οικισμούς.
