Νομός: Λασιθίου
Μέρη κοντινά με Αγία Ειρήνη
Το Σταυροχώρι είναι ένας ημιορεινός οικισμός νοτιοδυτικά της Σητείας και απέχει από το Λιβυκό πέλαγος επτά χιλιόμετρα. Περιβάλλεται από ελαιώνες και δάση με πεύκα, ενώ η περιοχή είναι γνωστή για την καλλιέργεια πρώιμων κηπευτικών στα θερμοκήπια του παραθαλάσσιου οικισμού Κουτσουρά
Ιστορικό κεφαλοχώρι του Λασιθίου, ξακουστό για τις 24 εκκλησίες του και τα πανυγήρια στη μνήμη των Αγίων που γίνονται όλο το χρόνο. Χτισμένο σε υψόμετρο 313 μέτρων σε κομβική θέση ανάμεσα στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής γεγονός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του.
Ο πληθυσμός του οικισμού είναι 147 κάτοικοι (Απογραφή 2011), 227 κάτοικοι (Απογραφή 1583)
Η ιστορική του συνέχεια είναι αδιάλειπτη, καθώς το συναντάμε σε όλες τις απογραφές έως τον 20ό αιώνα με καταγεγραμμένο πληθυσμιακό αποκορύφωμα το 1928, έτος που καταμετρώνται περίπου 800 κάτοικοι. Στη δεκαετία του ’50 έφτασε στο ζενίθ της εξέλιξής του, ακολουθώντας μία ομαλή πορεία προόδου, αλλά με το ξεκίνημα καλλιεργειών πρώιμων κηπευτικών σε θερμοκήπια, νοτιότερα προς Κουτσουρά, η σκυτάλη πέρασε στον νέο οικισμό που προσέφερε ταυτόχρονα και τουριστική εκμετάλλευση. Οι ανάγκες και οι ποιότητες άλλαξαν μέσα σε μία δεκαετία και το ’60 το σχολείο, το ταχυδρομείο, το ιατρείο και η αστυνομία παύουν να λειτουργούν. Σταδιακά κλείνουν τα μαγαζιά και εγκαταλείπονται οι κατοικίες. Αυτή η εικόνα εγκατάλειψης είναι εμφανής, ενώ σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι ανέρχονται στα 200 άτομα.
Παραδοσιακά, οι επαγγελματικές δραστηριότητες περιελάμβαναν τη γεωργία, την επεξεργασία δερμάτων, την οικοτεχνία και το εμπόριο, πραγματικότητα που σήμερα έχει αρθεί. Το γεγονός οφείλεται στη σταδιακή ανάπτυξη –τουριστική και παραγωγική– της παράκτιας ζώνης του Κουτσουρά, με άμεσο αποτέλεσμα τη μετακίνηση των κατοίκων σε περιοχές οικονομικού ενδιαφέροντος εντός και εκτός του νησιού.
Το όνομα του προέρχεται από παραλλαγή του παλαιότερου το οποίο ήταν Στραβοδοξάρι, ονομασία που ίσως προέρχεται απ’ το στραβό δοξάρι της λύρας ενός θρυλικού οργανοπαίχτη του χωριού, όπως πιστεύουν μερικοί, όμως για το όνομα υπάρχουν και άλλες ερμηνείες. Κάποιοι αναφέρουν πως το αρχικό όνομα οφείλεται στο ότι η εικόνα του χωριό από μακριά μοιάζει σαν ένα στραβό δοξάρι, ενώ έχει καταγραφεί πως Στραβοδοξάρης, λεγόταν ο πρώτος οικιστής του χωριού μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τον Νικηφώρο Φωκά το 961 μ.Χ.
Τα γραφικά στενοσόκακα του Σταυροχωρίου διασταυρώνονται στη μικρή και γραφική πλατεία που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού. Εκεί που βρίσκονται πλέον τα περισσότερα καφενεία υπήρχε κάποτε το παρατηρητήριο του χωριού μέρος μιας σειράς άλλων, που ανά 300 μέτρα απλώνονταν ως τη θάλασσα, για να προειδοποιούν τους κατοίκους για τις επιδρομές των κατακτητών -σημάδια της πολυτάραχης ιστορίας του.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πολυάριθμες εκκλησίες και ξωκλήσσια που βρίσκονται στην περιοχή, 24 τον αριθμό. Τα πολλά πανυγήρια που γίνονται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου στη μνήμη των αγίων μαζεύουν τους Σταυροχωριανούς πίσω στα μέρη τους, με το πιο ξακουστό απ’ αυτά να γίνεται το Δεκαπεντάυγουστο στο μοναστήρι της Παναγίας της Λυγιάς. Η γραφική εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου νότια του χωριού ξεχωρίζει χτισμένη πλάι σε καταρράκτη που τρέχει σχεδόν όλο το χρόνο δημιουργώντας εικόνες σπάνιας ομορφιάς.
Στο Σταυροχώρι γεννήθηκε και ο βιολάρης Στραβογιαννιός απ’ τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες της Κρήτης, με σπουδαία προσφορά στην ξεχωριστή λασιθιώτικη μουσική παράδοση.
Στην τοπική κοινότητα Σταυροχωρίου, ανήκουν επίσης τα Τσικκαλαριά, μετόχι της περιοχής, που πήρε το όνομά του από την κατασκευή σταμνών, όμως πλέον έχει εγκαταλειφθεί και πλέον στην ευρύτερη περιοχή έχουν κατασκευαστεί πολυτελή κτίσματα για τουριστική εκμετάλλευση.
Ένα χιλιόμετρο ανατολικά του Σταυροχωρίου βρίσκεται η Λάπιθος, χωριό στο οποίο μένουν μόλις 25 κάτοικοι (απογραφή 2011), επίσης παλιό και ιστορικό χωριό κάτι που μαρτυρά και μια πηγή με ημερομηνία 1779. Πιστέυεται πως το όνομά του πήρε από τους αρχαίους Λάπιθες, θεσσαλική φυλή της ελληνικής μυθολογίας συγγενική με τους Κένταυρους.
Πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά
Το Σταυροχώρι αναπτύσσεται σε 3 συνοικίες, τη Φακίστρα στα ανατολικά, τη Μεσοχωριά και την Καλλιθέα στα δυτικά. Η Μεσοχωριά αποτελεί τον πρωταρχικό πυρήνα του οικιστικού συνόλου, έχοντας τη χαρακτηριστική δομή ενός μεσαιωνικού, οχυρωματικού οικισμού του 15ου-16ου αι., όπου οι κατοικίες οργανώνονται σε συμπαγή οικοδομικά σύνολα με μικρούς, στενούς και ελικοειδείς δρομίσκους ανάμεσά τους. Τα κτήρια είναι ισόγεια και κυρίως διώροφα, ενώ οι αυλές είναι σπάνιες με τα δώματα να τις αντικαθιστούν. Η Φακίστρα αποτελεί νεότερο τμήμα του οικισμού (19ος αιώνας), όταν πλέον δεν είναι απαραίτητη η αμυντική οργάνωση. Σε αυτή την οικιστική φάση, οι δρόμοι-πορείες χαράσσονται παράλληλα με τη δόμηση, χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες του εδάφους και βασικούς προσανατολισμούς. Τέλος, η Καλλιθέα αποτελεί το σύγχρονο χωριό των μέσων του 20ού αιώνα και οργανώνεται ακολουθώντας τις τάσεις του οπλισμένου σκυροδέματος και της πίσσας.
Η πρόσβαση στον οικισμό επιτυγχάνεται μέσω οδικών αξόνων που κινούνται περιφερειακά των τριών συνοικιών. Το εσωτερικό δίκτυο κίνησης είναι αντίστοιχο του προαναφερόμενου οικισμού και σε αντίθεση με αυτόν, η σχεδόν κυκλική πλατεία αποτελεί τη βασική έκφραση του δημόσιου βίου και τον κοινωνικό πυρήνα του.
Στο σύνολο του οικισμού συναντώνται κτήρια αντίστοιχης λογικής με εκείνη των Αδραβάστων. Εξαίρεση αποτελούν κάποια ιδιαίτερα και σημαίνοντα, λόγω μεγέθους και ύψους, κτίσματα, τα οποία παραπέμπουν σε οχυρωματικούς πύργους. Αποτελούν αυστηρούς, λιτούς και ψηλούς όγκους που αναπτύσσονται σε ύψος και επιφάνεια, δημιουργώντας αντίθεση με την ανθρώπινη κλίμακα της κατοικίας. Οι συγκεκριμένες οχυρωματικές κατασκευές φαίνεται να αποτελούν τμήμα δικτύου άμυνας, καθώς συναντώνται αντίστοιχες στη γειτονική περιοχή εκτός οικισμού. Επί παραδείγματι, στον πυρήνα της Μεσοχωριάς υπάρχει μια τέτοια κατασκευή όπου διακρίνουμε πολεμίστρα και έως τη δεκαετία του ’50 στέγαζε μία μικρή βιοτεχνία-τσαγκαράδικο. Ο πύργος έχει δεχτεί επεμβάσεις που αλλοιώνουν τον αρχικό του χαρακτήρα και σήμερα έχει καταρρεύσει το παλιό δώμα. Επιπρόσθετα, ενδιαφέροντα στοιχεία διαμόρφωσης της αστικής μορφολογίας αποτελούν οι όροφοι κατοικιών που εδράζονται σε καμάρα, στεγάζοντας στοές διέλευσης πεζών στο επίπεδο των διαδρομών κίνησης. Συμπληρωματικά και σε ρήξη με τα δομικά χαρακτηριστικά του ιστορικού συνόλου, παρατηρήθηκαν στις παρυφές του οικισμού «μοντέρνα» κτήρια δεκαετίας του ’70, τα οποία αλλοιώνουν και προσβάλλουν την υπάρχουσα μορφή του. Τέλος, σε αρκετά από τα εν χρήσει ιστορικά κτήρια παρατηρήθηκαν προσθήκες με ασύμβατα υλικά και νέες σύγχρονες κατασκευές.
Ενδιαφέροντα κτήρια ήταν οι κρήνες του οικισμού που διασώζονται από μαρτυρίες και βιβλιογραφία, καθώς σήμερα έχουν καταστραφεί ή απομακρυνθεί. Η κεντρική κρήνη του οικισμού στην πλατεία ήταν ένα περίοπτο δωμάτιο-δεξαμενή με πρόσοψη από πελέκια, με το γνωστό οθωμανικό τόξο και πλαϊνό παράθυρο-θυρίδα ελέγχου και υπήρχε εντοιχισμένος πωρόλιθος με τούρκικη επιγραφή. Ένα ακόμα αξιόλογο κτίσμα αποτελεί η φάμπρικα στη ρεματιά μεταξύ Φακίστρας και Μεσοχωριάς. Ο εξοπλισμός με χειροκίνητες μυλόπετρες τοποθετεί το κτήριο στα τέλη του 19ου αιώνα. Στο χωριό βρίσκονται δύο ναοί, η δίκλιτη βασιλική της Αγίας Τριάδος και Αγίων Πάντων και ο δίκλιτος ναός της Παναγίας Ζωοδόχου και Αγίου Γεωργίου. Η βασιλική αποτελεί τον κυρίως ναό του οικισμού, βρίσκεται στη συνοικία Φακίστρα και κατασκευάστηκε το 1950 στη θέση παλαιότερου ναού.
Οι τυπολογίες κτηριακών μονάδων, η οργάνωση του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου και τα υλικά δόμησης είναι αντίστοιχα με τον προαναφερθέντα οικισμό. Η διαφοροποίηση έγκειται στην έκταση του δεύτερου οικισμού, στον αριθμό διώροφων, μεγαλύτερων και πλουσιότερων κτισμάτων και στην πληθώρα των μορφολογικών στοιχείων.
This village on the road to Stavrohori is about 25 km from Sitia (South West) .
It is divided into two groups of houses called Apano Kria and Kato Kria. In the Venetian census of 1583 it was listed as Cria with 176 inhabitants.
The local people pronounce the name «Kriya» and insist that as it gets very cold there in the winter months the name of the village reflects the climate, (krio: cold), and it seems quite likely that this is the true origin of the name. Above Kato Kria, on the hill called Trapeza, traces of ancient ruins are to be found. Near the village, on the hill of Agios Georgios, next to the chapel after which the hill has been named, are the remains of Late-Roman water cisterns. The top of this hill is surrounded by the walls of a Venetian fortress known as Monte Forte. The Venetians must have built it in the 13th or 14th century ΑD for the protection of the lahds they had seized. It is contemporary with the forts of Sitia, Liopetro, Agios Stephanos and Voila.
Ιn 1971 eχcavations were started on a group of graves at Tsachali, a deserted spot on the lower slopes of the hill; the dig was completed in 1977. It proved to be a cemetery of the Sub-Minoan and Protogeometric periods. There were many unpillaged graves but the grave-goods were generally of poor quality. Α complete stone-lined tomb with its funerary pithos and human remains was removed and is on display in the Agios Nikolaos Museum. This of course was a task requiring patience, precision and skill. Some of the walls of the mosque are still standing at Kato Kria. Not far away was the settlement of Visas, listed in 1583 as Visia with 107 inhabitants - today it is only ruins.
From the book "Sitia", N.Papadakis, Arcaeologist,1983
Τριάντα χιλιόμετρα ανατολικά της Ιεράπετρας ,βρίσκεται η δημοτική ενότητα του Αγίου Στεφάνου που εκτός απ’ το ομώνυμο γραφικό χωριό περιλαμβάνει και το δημοφιλές τουριστικό θέρετρο του Μακρύ Γιαλού. Ο Πληθυσμός του οικισμού είναι 131 κάτοικοι (Απογραφή 2011), 305 κάτοικοι (Απογραφή 1583)
Χτισμένος πάνω σε λόφο στα 453 μ. υψόμετρο ο γραφικός οικισμός του Αγίου Στεφάνου αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ορεινής κουλτούρας του Κρητικού λαού. Η προνομιακή του θέση προσφέρει μοναδική θέα στο Λιβυκό Πέλαγος και τα βουνά της Θρυπτής ενώ σε απόσταση μικρότερη των έξι χιλιομέτρων κάτοικοι και επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν τις πολυσύχναστες παραλίες του Μακρύ Γιαλού.
Οι παλιότεροι θα θυμόνται τον οικισμό με το όνομα «Γρας», ονομασία που για την προέλευση της υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες με τους περισσότερους να πιστέυουν πως πρ. Το σημερινό του όνομα το οφείλει στον εντυπωσιακό ιερό ναό του Αγίου Στεφάνου, ο οποίος διακρίνεται για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, τον εσωτερικό αλλά και τον εξωτερικό διάκοσμό του. Αυτός είναι και το κύριο σημείο αναφοράς του χωριού, με την μικρή πλατεία στο πλάι του να συγκεντρώνει στα καφενεία της τους κατοίκους του χωριού.
Ο Άγιος Στέφανος ξεχωρίζει για την πυκνή του δόμηση και τα δαιδαλώδη πλακώστρωτα σοκάκια του. Κάπου εκεί θα συναντήσετε το Κιμέρι, την παλιά ( και πλέον αναπαλαιωμένη) πηγή του χωριού με την χαρακτηριστική καμάρα της, στις γούρνες της οποίας οι γυναίκες έπλεναν τα ρούχα τους τις εποχές που το νερό δεν είχε φτάσει ακόμα στα σπίτια του οικισμού.
Πάνω στον δύσβατο και απόκρημνο λόφο στην κορυφή του χωριού, δέσποζε κάποτε ο «Κάστελος» ή «Φορτέτσα». Ένα, ερειπωμένο πλέον, ενετικό φρούριο το οποίο πιστεύεται πως έχει χτιστεί στα θεμέλια ακρόπολης, πιθανότατα των γεωμετρικών χρόνων, και σύμφωνα με τους θρύλους του χωριού καταστράφηκε από τις επιδρομές του διαβόητου πειρατή Μπαρμπαρόσα. Αν και στην περιοχή δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές, ευρήματα υποδεικνύουν πως κατοικείται από τον 9ο π.χ αιώνα.
Λόγω της αλματώδους τουριστικής ανάπτυξης του Μακρύ Γιαλού που ξεκίνησε την δεκαετία του 80’, πολλοί Αγιοστεφανιώτες εγκατέλειψαν την περιοχή μετακομίζοντας στα πιο «εύφορα» θαλασσινά εδάφη, όμως στις μέρες μας ο Άγιος Στέφανος είναι ένα ορεινό χωριό που ξαναζωντανεύει με γοργούς ρυθμούς. Κύρια αιτία είναι η -εκ νέου-ανακάλυψη της ομορφιάς του χωριού από τους τουρίστες που πλημμύριζαν κάθε καλοκαίρι τις γύρω παραθαλάσσιες περιοχές. Δεκάδες είναι οι αλλοδαποί-κυρίως βορειοευρωπαίοι- που εκτίμησαν την ιδιαίτερη γραφικότητα της περιοχής και το ήπιο κλίμα της, αγοράζουν σπίτια και εκτάσεις, μετακομίζουν είτε περιστασιακά είτε μόνιμα στον Άγιο Στέφανο, δίνοντας ένα πιο ζωηρό χρώμα στην περιοχή. Το καλοκαίρια ο πληθυσμός του χωριού υπερδιπλασιάζεται και η περιοχή ζωντανεύει.
Τα καφενεία της περιοχής φιλοξενούν κάθε λογής εκδηλώσεις από ανταλλακτικά παζάρια την ημέρα μέχρι βραδιές εκμάθησης λύρας και μπουζουκιού για τους ξένους της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Φιλίπ απ’ το Βέλγιο, ο οποίος αφού ταξίδεψε ψάχνοντας ολόκληρη την Κρήτη, κατέληξε να μείνει μόνιμα στον Άγιο Στέφανο για να στήσει το δικό του μικρό αστεροσκοπείο, στο οποίο ο καθένας πλέον μπορεί να απολαύσει τον έναστρο ουρανό καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Ανάμεσα στα ελαιόδεντρα, στο βορειότερο σημείο του Δήμου Μακρύ Γιαλού, συναντούμε το χωριό Χρυσοπηγή, με παλαιότερη ονομασία Ρουκάκα.
Βρίσκεται στον δρόμο Σητείας - Σταυροχωρίου λίγο πριν απο το τελευταίο, κάτω από την κορφή "Πατσός"του όρους Ορνού Στην απογραφή του Καστροφύλακα του 1583 εμφανίζεται με το όνομα "Hucaca" να έχει 262 κατοίκους. Η προέλευση του ονόματος είναι άγνωστη ίσως αραβική ή Τουρκική.Σήμερα πλέον,το χωριό φέρει το όνομα Χρυσοπηγή. Του το έδωσε γύρω στο 1955 ο τότε δάσκαλος του χωριού, Νικόλαος Χαροκοπάκης, και το εμπνεύστηκε από την εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοπηγιώτισσας η οποία βρίσκεται στην πλατεία του Η Ρουκάκα στην Τουρκική κατοχή ήταν από τα μεγαλύτερα Οθωμανικά χωριά και εδώ υπήρχε μεγάλο τζαμί. Στην πολιορκία των Τούρκων της Ρουκάκας το 1897 οι Οθωμανοί γλύτωσαν με την επέμβαση του Μητροπολίτου Ιεροσητείας Αμβρόσιου και αγήματος Γάλλων ναυτών.Το 1866 η Χρυσοπηγή υπήρξε η έδρα της επαναστατικής Διοικητικής Επιτροπής των προκρίτων της επαρχίας, ενώ αργότερα,στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, έγινε έδρα ομώνυμου Δήμου που περιλάμβανε εννέα χωριά.
Ο επισκέπτης της Χρυσοπηγής στην περιήγηση του στα σοκάκια μπορεί να συναντήσει γραφικές εκκλησίες, παλιά σπίτια με ανθισμένους κήπους και εγκαταλειμμένα κτίσματα που θυμίζουν μια άλλη εποχή, ενώ στα καφενεία στη πλατεία μπορεί να δοκιμάσει τις παραδοσιακές γεύσεις της περιοχής.
This village on the road to Stavrohori is about 25 km from Sitia (South West) .
It is divided into two groups of houses called Apano Kria and Kato Kria. In the Venetian census of 1583 it was listed as Cria with 176 inhabitants.
The local people pronounce the name «Kriya» and insist that as it gets very cold there in the winter months the name of the village reflects the climate, (krio: cold), and it seems quite likely that this is the true origin of the name. Above Kato Kria, on the hill called Trapeza, traces of ancient ruins are to be found. Near the village, on the hill of Agios Georgios, next to the chapel after which the hill has been named, are the remains of Late-Roman water cisterns. The top of this hill is surrounded by the walls of a Venetian fortress known as Monte Forte. The Venetians must have built it in the 13th or 14th century ΑD for the protection of the lahds they had seized. It is contemporary with the forts of Sitia, Liopetro, Agios Stephanos and Voila.
Ιn 1971 eχcavations were started on a group of graves at Tsachali, a deserted spot on the lower slopes of the hill; the dig was completed in 1977. It proved to be a cemetery of the Sub-Minoan and Protogeometric periods. There were many unpillaged graves but the grave-goods were generally of poor quality. Α complete stone-lined tomb with its funerary pithos and human remains was removed and is on display in the Agios Nikolaos Museum. This of course was a task requiring patience, precision and skill. Some of the walls of the mosque are still standing at Kato Kria. Not far away was the settlement of Visas, listed in 1583 as Visia with 107 inhabitants - today it is only ruins.
From the book "Sitia", N.Papadakis, Arcaeologist,1983
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Λάπιθος, χωριό στο οποίο μένουν μόλις 25 κάτοικοι (απογραφή 2011), επίσης παλιό και ιστορικό χωριό κάτι που μαρτυρά και μια πηγή με ημερομηνία 1779. Πιστεύεται πως το όνομά του πήρε από τους αρχαίους Λάπιθες, θεσσαλική φυλή της ελληνικής μυθολογίας συγγενική με τους Κένταυρους.
The name certainly comes from the plant (Dafni: laurel or bay tree). It is entered as Dafni with 187 inhabitants ?π the 1583 Venetian census. The 60 Turkish families who lived in Daphni belonged to the sect of Αli, adopted son and son-in-law of Mohamet, and were the most fanatical in the whole district, abhorred even by the more orthodox members of their own religion. Christians in the village and any Greeks passing that way underwent the most horrible sufferings. Thus when in 1897 the Christians surrounded the Turks in the mosque of the village, they showed nο clemency and, having killed 130 in the mosque, they later rounded up another 30 who had escaped and were hiding in the cave οn the mountain Kopro Kefala in the Kria district.
From the book "Sitia", N.Papadakis, Arcaeologist,1983
Το φρούριο κτίστηκε ίσως τον 16ο αιώνα, πάνω σε ερείπια αρχαίας ακρόπολης, για να εδραιώσει την κυριαρχία των Ενετών απέναντι στους ντόπιους.
Ο λόφος του φρουρίου είναι φυσικά οχυρός, καθώς τριγύρω ο βράχος έχει κατακόρυφες πλευρές, εκτός από τη νότια πλευρά που είναι προσπελάσιμη.
Σήμερα σώζεται μόνο ένας στενός τοίχος στην νότια πλευρά του με μήκος 30m και ύψος 2m, καθώς και τμήμα ενός μικρού πύργου.
Yπάρχει μια λαϊκή παράδοση, που συνδέει το φρούριο με το παλιότερο όνομα «Γρα» του χωριού. Σύμφωνα με αυτή, όταν οι Σαρακηνοί κατέλαβαν την Κρήτη, πολιόρκησαν το φρούριο αλλά δεν κατάφεραν να το κυριεύσουν. Μια γριά τότε, πρόδωσε τους δικούς της και υπέδειξε τη μοναδική είσοδο του φρουρίου. Αυτοί σκότωσαν όλους τους κατοίκους, εκτός ap;o τη γριά, και έκτοτε το χωριό ονομάστηκε Χωριό της Γρας.
Σύμφωνα με μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, οι Αγαρηνοί σκότωσαν μια γριά στη θέση «Λουγαρά», γιατί δεν πρόδωσε το φρούριο.
