Your Position:
Unknown
Νερόμυλος
Νομός: Λασιθίου
Προτείνετε
Προτείνετε
Η γνώμη σας
Αν θέλετε να μας πείτε την άποψη σας γι αυτήν την τοποθεσία, θα σας παρακαλούσαμε να γράψετε ένα σχόλιο.
Σχολιάστε:
Μέρη κοντινά με Νερόμυλος
Ναός Αγίου Γεωργίου του Σαμακίδη
Νοτιανατολικά των Πεύκων σε απόσταση 3,5 χιλιομέτρων και άλλα τόσα από την Ανάληψη μέσα σε μια καταπράσινη λαγκάδα βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου της άλλοτε Μονής του Σαμακίδη.
Είναι χτισμένο κάτω από σπηλαιώδη γκρεμό στο σημείο που η παράδοση αναφέρει σκήτη μοναχών. Γραπτά σημεία του Ναού και της Μονής δεν υπάρχουν. Πιθανόν να εξαφανίστηκαν κατά την μακρόχρονη κατοχή των Τούρκων. Παράδοση και ιστορία αναφέρει ότι το 1471 μ.Χ. από επιδρομή Τούρκων καταστράφηκαν τα περισσότερα χωριά της επαρχίας Σητείας και Μονές. «…»
Ένας μοναχός ο Ιωσήφ, Σαμακίδης ή Σαρμακίδης, σε παιδική ηλικία, οι γονείς του το παρέδωσαν σ’ ένα Μοναχό της Μονής Κερά Παναγιά στα Πηλλαλήματα για τη Χριστιανική και πνευματική του μόρφωση. Σε ηλικία 30 χρονών η καταστροφή του 1471 βρήκε τον Ιωσήφ ιερομόναχο σε μονύδριο στο Αζάλι (χωριό σε απόσταση 2 χιλ. περίπου από τα Πηλλαλήματα). Λέγεται ότι είδε τους καπνούς από το κάψιμο της Μονής και άκουσε κραυγές των όσων ξέφευγαν προς τα βουνά. Αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και αμέσως πήρε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, τα Ιερά σκεύη, τα άμφιά του και ότι άλλο μπόρεσε από τα τιμαλφή του μονυδρίου. Τα φόρτωσε στο άλογο του και έφυγε δυτικά προς τα βουνά των Πεύκων. Όταν έφθασε στο σημείο που είναι σήμερα ο Ναός, τρία χιλιόμετρα από το αρχικό του μονύδριο που εγκατέλειψε, λέγεται ότι το άλογό του σταμάτησε και δεν προχωρούσε παρά τις προσπάθειες που έκανε. Το γεγονός αυτό τον οδήγησε στη σκέψη πως εκεί έπρεπε να σταματήσει και πως ίσως ήταν θέλημα Θεού. Αναγνώρισε την περιοχή που την ήξερε με το όνομα “Αγιολάγκαδο”, από τη σκήτη που τα ερείπιά της ήταν μπροστά του και κάτω από αυτή έτρεχε το νερό μικρής πηγής που τα χρόνια εκείνα το θεωρούσαν αγίασμα. Βρήκε τον τόπο βολικό, ασφαλή, μακρινό και αθέατο από το συνηθισμένο δρόμο των επιδρομών, κοντά όμως στην κατεστραμμένη Μονή και της περιουσίες της. Έτσι πήρε την απόφαση να μείνει και πάνω στα ερείπια της σκήτης να χτίσει τον Ναό του Αγίου Γεωργίου και να συνεχίσει σε αυτόν τον Μοναχικό του βίο. Λένε ότι όταν μετά την απόφαση του και το ξεφόρτωμα του αλόγου, αυτό άρχισε να κάνει βόλτες και να χλιμιντρίζει. Το γεγονός ο Ιωσήφ το πήρε ως καλό σημάδι. Όταν πέρασε ο κίνδυνος, λέγεται πως γύρισε και είδε την καταστροφή, μερίμνησε για την ταφή των νεκρών κα μετά μέσα από τα ερείπια μάζεψε και πήρε ότι είχε απομείνει. Αμέσως άρχισε το χτίσιμο του Ναού, τον τελείωσε γρήγορα γιατί ήταν μικρός και γιατί το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από σπηλαιώδη γκρεμό. Λέγεται πως στην προσπάθεια του για το χτίσιμο και τις άλλες απαιτήσεις εργασίας βοηθούσε ένας άλλος μοναχός που είχε καταφύγει στον ίδιο τόπο, η παράδοση όμως δεν κράτησε το όνομά του. Λένε ακόμα ότι κατά το κτίσιμο και μετά την αποπεράτωσή του ήλθαν κοντά στον Ιωσήφ νέοι μοναχοί που είχαν διασωθεί από τα γύρω βουνά. Έτσι ο μικρός Ναός του Αγίου Γεωργίου άρχισε να αναπτύσσεται σε Μονή με το όνομα του κτήτορα και ιδρυτή της, “Μονή του Σαμακίδη”. Λέγεται ότι τα πελέκια που είναι χτισμένα στην πόρτα, στα παράθυρα και στους τοίχους των κελιών είναι φερμένα από τα ερείπια της Κερά Παναγιάς. Ιδιαίτερα αυτά που είναι χτισμένα στην πόρτα του σημερινού Ναού, έφερε και έχτισε ο ίδιος ο Σαμακίδης από το κατεστραμμένο μονύδριο του από το Αζάλι. Τα πελέκια που είναι φτιαγμένος ο θόλος του μεγάλου κελιού είναι άσχετα με τα προαναφερόμενα. Ο θόλος ανακαινίστηκε το 1919 από τους κατοίκους του χωριού (η χρονολογία αυτή φαίνεται στο ανώφλιο πάνω από την κυρίως πόρτα του θόλου και την διηγούνται ακόμα επιζώντες που δούλεψαν σε αυτή την κατασκευή). Από το ίδιο μονύδριο λέγεται ότι προέρχεται μέρος του Τέμπλου του Ναού και τα στασίδια των ψαλτών. Ακόμα ότι η νέα Μονή Ακρωτηριανή, από τους πλεονάζοντες μοναχούς της ενίσχυσε με μεγάλο αριθμό προσωπικού τη Μονή του Σαμακίδη για προστασία και την καλλιέργεια των εγκαταλελειμμένων περιουσιών της κατεστραμμένης Κερά Παναγιάς και των μετοχιών της που βρισκότανε πολύ κοντά προς αυτή. «…»
Ο Ιωσήφ έμεινε στη Μονή που ο ίδιο ίδρυσε 25 χρόνια, τα υπόλοιπα της ζωής του τα έζησε στη Μονή όπου ζούμε ο Πνευματικός Πατέρας του Σαμακίδη, στο Ηράκλειο, όπου πέθανε και τάφηκε σε αυτό σε ηλικία 70 χρόνων (1441-1511 σύμφωνα με το συναξάρι της εκκλησίας). Όλη η ζωή του αναφέρεται ασκητική και αγία, προστάτης των φτωχών, των ορφανών, των ασθενών και των αδικημένων. Το λείψανο του μεταφέρθηκε την 29-08-1669, κατά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους, αό τον ιερέα Αντώνιο Αρμάκητα στο χωριό Γαϊτάνι της Ζακύνθου όπου φυλάσσεται ακέραιο μέχρι σήμερα. Η εκκλησία τον έχει ανακηρύξει Άγιο και τιμά την μνήμη του θανάτου του την 22 Ιανουαρίου και την μετακομιδή του λειψάνου του την 29 Αυγούστου. «…»
Η μονή του Σαμακίδη στους Πεύκους ήκμασε από τους χρόνους 1472, το 1612 έπαθε μεγάλες ζημιές από σεισμό, στην επισκευή της από τους κατοίκους των Πεύκων βοήθησαν οι Ενετοί κυρίως σε χρήμα, κράτησε μέχρι την δεκαετία του 1650 όταν καταλήφθηκε από τους Τούρκους και οι περιουσίες της έγιναν τσιφλίκια τους. Το τέλος των μοναχών της δεν αναφέρεται. Τελευταίος Τούρκος κάτοχος της Μονής όπως λένε ήταν ο Χειλάλης από τη Δάφνη (χωριό της επαρχίας Σητείας). «…» Ο Τούρκος αυτός εγκατέλειψε τη Μονή περίπου τους χρόνους 1835 – 1840. Αμέσως έγινε ανακαίνιση και αναπλήρωση των φθαρμένων από την κατοχή εικόνων και σε μια από αυτές, της Παναγίας, έχει την χρονολογία ᾳωλθ (1839). «…»
Η Μονή από την εγκατάλειψη της από τους Τούρκους μέχρι σήμερα ανήκει στην Ενορία των Πεύκων και από τους εκάστοτε ιερείς μνημονεύεται ως ιερά Μονή. Από τα κελιά της μικρός αριθμός κρατήθηκε από τους αγοραστές για τις ανάγκες τους. Αυτά σήμερα δεν υπάρχουν λόγω της εγκατάλειψης τους, γκρεμίστηκαν και τα ερείπια σκεπάστηκαν με χώματα. Όσα έμειναν στη Μονή κατά καιρούς ανακαινίστηκαν και διατηρούνται για την εξυπηρέτηση των προσκυνητών. Ακόμη υπάρχει νεόχτιστος φούρνος για χρήση. Το νερό της πηγής που όπως αναφέρεται έτρεχε κάτω από την παλιά σκήτη, τον σημερινό Ναό, με τις συνεχείς ανομβρίες και την άντληση παρακείμενης γεώτρησης, τους φθινοπωρινούς μήνες στερεύει. «…» το νερό τρέχει από μια παραδοσιακή πέτρινη υδρορροή, το “κουτσουνάρι”. Στην πρόσοψη είναι χαραγμένη η εικόνα του Αγίου Γεωργίου και γραφεί που έλεγε «εγένετο επί ιερέως Νικολάου Παπαδάκη 27-;-1892». Ένας που η παράδοση τον ανα΄φερει με το παρατσούκλι Χατζηγλάρης, νόμιζε ότι η γραφεί είχε το νόημα ότι το έργο έγινε από τον ιερέα με δαπάνες του, επειδή αυτό δεν συνέβαινε πήρε ένα σκεπάρνι και τη χάλασε. Φαίνεται μόνο η εικόνα, μέρος από την χρονολογία της κατασκευής και τα ίχνη του οργάνου της καταστροφής.
Το 1984 διανοίχτηκε μικρός παρακαμπτήριος δρόμος προς την αυλή της Μονής, 20 μέτρα προς αυτής φάνηκαν δυο τάφοι. Τα κεφάλια των λειψάνων τους το ένα καταστράφηκε εντελώς από τον εκσκαφέα και το άλλο καταπλακώθηκε από τα χώματα. Πάνω στα κοκάλα στον ένα τάφο φαινόντουσαν κολλημένα τα μεταξένια άμφια του ιερέα. «...» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τάφος αυτός και τα κόκαλα ανήκαν σε κάποιο ιερέα.
Το Πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου στη Μονή του Σαμακίδη στους Πεύκους ΄γινεται στις 3 Νοεμβρίου. Την ημέρα αυτή η εκκλησία κατά το συναξάρι της γιορτάζει τα εγκαίνια του πρώτου Ναού του Αγίου Γεωργίου στη Λύδδα της Παλαιστίνης και την μεταφορά και κατάθεση των λειψάνων του Αγίου. Παράλληλα προς αυτή τη γιορτή στον τόπο μας την ίδια μέρα γιορτάζονται τα εγκαίνια του Ναού του Αγίου Γεωργίου και της Μονής του. «...»
Πριν από το 1940 το πανηγύρι κρατούσε ολόκληρη εβδομάδα, χάρη στην πίστη των προσκυνητών και τη μεγάλη φιλοξενία των κατοίκων και ακόμα γιατί η Μονή ήταν και είναι μέχρι σήμερα τόπος προσευχής και προσκυνήματος. Προσκυνητές ερχόντουσαν από πολύ μακρινά μέρη, λόγω έλλειψης συγκοινωνίας με ττα ζώα τους, άλογα, μουλάρια και γαϊδουράκια στολισμένα με πολυκέντητες πατανίες και χιράμνια, μαζί με τους μερακλίδικα καλοντυμένους με τοπικές ενδυμασίες καβαλάρηδες. Άνδρες και γυναίκες παρουσίαζαν ένα γραφικότατο σύνολο που δεν έλειπε η ομορφιά, το κέφι και η καλή καρδιά των Αγιομισάρηδων (Αγιομισάρης= ο συμμετέχων στο Αγιομίσι= στο πανηγύρι). Όταν ξεκινούσαν από την Μονή για το χωριό η φάλαγγα ους έφθανε μέχρι σε αυτό 3 χιλ. Περίπου. Δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε μουσαφίρηδες (φιλοξενούμενος). Πολλές φορές ήταν υπερδιπλάσιοι από τους κατοίκους του χωριού, εκτός από αυτούς που έφευγαν κατευθείαν για τα σπίτια τους. Έρχονται και σήμερα πολλοί προσκυνητές κυρίως στον εσπερινό της γιορτής. Παλιότερα έμεναν στα κελιά της μονής για την ημέρα του εορτασμού. Τα γλέντα, το κέφι, οι χαρές και τα γέλια του πανηγυριού σήμερα είναι αναμνήσεις και διηγήσεις από το παρελθόν χωρίς όμως να λείπουν κιόλας από τα πανηγύρια των νεότερων γενιών.
Παράλληλα με την ιστορία της Μονής και του πανηγυριού της οι κάτοικοι διηγούνται πολλά γεγονότα που αποδίδονται σε θαύματα του Αγίου. Πολλοί τον ονοματίζουν και ο Αϊ Γιώργης ο Μεθυστής γιατί το Νοέμβριο που γίνεται το πανηγύρι τα κρασιά είναι άγουρα ακόμα και κάνουν γρήγορο και έντονο μεθύσι.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και των Τριών Αγίων Ιεραρχών.
Η εκκλησία αυτή είναι ο ενοριακός Ναός των Πεύκων. Είναι δίκλιτος, το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο στους Αγίους Κωνσταντίνου και Ελένης. Από την παράδοση και από χρονολογίες που φαίνονται πάνω στις εικόνες του μαθαίνουμε ότι χτίστηκε από τους κατοίκους του χωριού τη δεκαετία του 1840-50.
Το δεύτερο κλίτος προς το βορά είναι αφιερωμένο στους τρεις Ιεράρχες. Χτίστηκε στα χρόνια 1897-1902 από τους κατοίκους του χωριού σε εκπλήρωση τάματος τους για την σωτηρία και την νίκη τους στη μάχη εναντίον των Τούρκων της Δάφνης την νύχτα της γιορτής των Αγίων την 29-30/1/1897 κατά την τότε επανάσταση των χριστιανών ενάντια στους Τούρκους. Το Τέμπλο του Ναού των Αγίων Ιεραρχών λέγεται ότι είναι φτιαγμένο από τα υπολείμματα τριών κυπαρισσιών από τα Πηλλαλήματα που κάηκαν από φωτιά που άναψαν κατά των Τούρκων χριστιανοί επαναστάτες το 1897.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Βόρεια του χωριού πάνω στην κορυφή του βουνού είναι χτισμένο το μικρό εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού και λίγο έξω ανατολικά από το χωριό πάνω στο δρόμο το δεύτερο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα. Και τα δύο χτίστηκαν στη δεκαετία του 1880-90 από τον Σταύρο Κασσωτάκη, ο οποίος αναφέρεται ως Κασωτοσταυρής.
Η θέση του Ναού του Τιμίου Σταυρού προσφέρει θέα που αφοπλίζει τον επισκέπτη καθώς απλώνεται στα “πόδια” του το χωριό των Πεύκων, οι λαγκάδες και στο τελείωμα του τοπίου ο Μακρύ Γιαλός και το απέραντο Λιβυκό Πέλαγος.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Παναγία η Ευαγγελίστρια
Είναι πρωτοχριστιανικός Ναός, 100 περίπου μέτρα Ν.Α. του χωριού, καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς πρώτα το 823 και στη συνέχεια δύο φορές από την επιδρομή των Τούρκων το 1471 και τους χρόνος που έκαναν κατάληψη της Κρήτης. Ακόμα λέγεται ότι καταστράφηκε από σεισμό το 1612. η πρώτη αναστήλωση λέγεται έγινε από τους Βυζαντινούς αποίκους του χωριού. Για τις καταστροφές από τους Τούρκους δεν είναι γνωστό πότε και από ποιους ανακαινίστηκε, ίσως από τους απιζήσαντες κατοίκους. Η ανακαίνισή του από την καταστροφή του σεισμού λέγεται ότι έγινε από μια γυναίκα που η παράδοση την αναφέρει με το όνομα «Μαρία». Την σκότωσαν οι Τούρκοι όταν έκαναν την τελευταία τους καταστροφή. Είναι θαμμένη μέσα στο Ναό σε τάφο κάτω από το τοξοειδές θόλωμα που η ίδια είχε φτιάξει.
Για αυτή τη γυναίκα λέγεται ότι ήταν πολύ πλούσια και πολύ αγαθοεργής αλλα οικογένεια ε αυτήν δεν αναφέρεται. Λένε ότι είχε το σπίτι της 500 περίπου μέτρα Ν.Α. του Ναού σε εξοχική θέση κάτω από το γκρεμό που τρέχει νερό. Γαστριά και ίχνη από τα ερείπια του σπιτιού της φαίνονται ακόμα.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Τους καλοκαιρινούς μήνες, κάθε μέρα λεωφορεία με εκδρομείς ντόπιους και ξένους έρχονται στους Πεύκους, περιηγούνται, φωτογραφίζουν το χωριό και την περιοχή, εκφράζουν το θαυμασμό τους προς τους κατοίκους για τον όμορφο τόπο τους και στην συνέχεια ενθουσιασμένοι φεύγουν πεζοί από τον πεζόδρομο δυτικά για τον φιλόξενο με πολλές ομορφιές και ανέσεις συνοικισμό των Πεύκων, την Ανάληψη (ο συνοικισμός της Ανάληψης ονομάζεται πλέον Μακρύ Γιαλός αφού μετά την ραγδαία εξέλιξη του προσαρτήθηκε με το ομώνυμο χωριό και πλέον αποτελούν μέρος του Δήμου Μακρύ Γιαλού).
Στη διαδρομή τους απολαμβάνουν τις φυσικές καλλονές του τόπου, τον καυτό ήλιο, τον καθαρό και μυρωδάτο από τα δάση αέρα, το βουνό και τη θάλασσα. Ξεκινώντας από τους Πεύκους περνούν μέσα από τα λιόφυτα του χωριού και περνούν από το ερειπωμένο νερόμυλο “του Ηλία” όπως ονομάζεται σήμερα. Η παράδοση τον αναφέρει ερείπιο από τους χρόνους των Σαρακηνών Αράβων μέχρι τους χρόνους της κυριαρχίας των Τούρκων, όπου ένας κυνηγημένος από την Μεσσαρά, Λαντζάνης στο επίθετο, τον ξανάχτισε. Απόγονοι του, οι Λαντζανάκηδες είναι κάτοικοι σήμεα των Πεύκων. Ο μύλος κράτησε και λειτουργούσε με διαφορετικούς κατά καιρούς κατόχους μέχρι το 1915, με τελευταίο κάτοικο τον Ηλία Νικ. Καναβάκη, με του οποίου τα’ όνομα αναφέρεται μέχρι σήμερα. Εκτός από το άλεσμα των δημητριακών άλεθε και ελιές σε αλετρουγιό (ελαιοτριβείο) που ο Ηλίας είχε φτιάξει. Γύρω στους χρόνους του 1925 έγινε και πάλι ερείπιο όταν τα νερά για την λειτουργία του στέρεψαν.
Στη συνέχεια του νερόμυλου είναι το πολύ όμορφο και γραφικό “Πευκιανό Φαράγγι”. Έχει μήκος περίπου 1000 μ., πλάτος κατά μέσο όρο 90 μ. και βάθος από 10 έως 120 μ. Είναι καταπράσινο από πεύκα, πλατάνια, χαρουπιές, πρίνους και άλλα δασικά φυτά.
Στην έξοδο του προς το νότο υπάρχει πόσιμο πηγαίο νερό. Η πανίδα του τα περασμένα χρόνια, ήταν πολύ πλούσια, σήμερα έχει απομείνει πολύ λίγη λόγω της συνεχούς φθοράς της από τους ντόπιους και ξένους. Η φωτογράφηση του μπορεί να γίνει από παντού με διαφορετικό κάθε φορά φόντο. Πλέον έχει ανοιχθεί πεζόδρομος (μονοπάτι) κατά μήκος μέσα απ’ αυτό.
Συνέχεια του Φαραγγιού είναι η μεγάλη λαγκάδα του “Πισοκάμινου”. Οι πλαγιές της καλύπτονται από τα δάση με πεύκα και πολλά άλλα δέντρα. Συνέχεια πάνω στον πεζόδρομο είναι ο “Βόλακας του Σαρακηνού” 500 μέτρα βόρεια από τον οικισμό “Άσπρος Ποταμός”. Είναι ένας μεγάλος βράχος που η παράδοση λέει ότι όταν οι Σαρακηνοί επέδραμαν στην Κρήτη, οι ντόπιοι κάτω από αυτόν βρήκαν κρυμμένο έναν Σαρακηνό και τον σκότωσαν. Από τότε ο βράχος αυτός ονομάζεται “του Σαρακηνού ο βόλακας”. Η επιφάνειά του είναι λίγο επίπεδη με μικρή κλίση προς τα κάτω και πάνω σε αυτόν υπάρχουν πολλές πέτρες στο μέγεθος αυγού, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Αυτές έχουν γίνει αντικείμενο παρατήρησης και απορίας των ξένων περαστικών, πως βρέθηκαν και μένουν πάνω στο βράχο. Οι κάτοικοι διηγούνται ότι από τους πολέμους, τις επιδρομές και άλλες κακές καταστάσεις παλιών χρόνων είχαν στερήσεις. Η πείνα ήταν το μεγάλο τους πρόβλημα. Τα πεινασμένα παιδιά, όταν περνούσαν μπροστά από τον βράχο παίρνανε μια πέτρακαι την έριχναν πάνω σε αυτόν. Αν αυτή έμενε και δεν κυλούσε κάτω, έφευγαν με την εντύπωση ότι όταν φθάσουν στο σπίτι τους θα βρουν να φάνε χορταστικό φαγητό. Το αντίθετο θα συνέβαινε αν η πέτρα κυλούσε και έπεφτε κάτω. Έτσι λέγεται πως έμειναν οι πέτρες πάνω στο βράχο.
Στη συνέχεια ο πεζόδρομος μετά τον βράχο γίνεται αυτοκινητόδρομος, και μετά τη λαγκάδα του Πισοκάμινου, φθάνει στον όμορφο οικισμό “Άσπρο Ποταμό”.
Ο ίδιος δρόμος μέσα από την καταπράσινη κοιλάδα φθάνει στην Ανάληψη και τον Μακρύ Γιαλό, τον καλύτερο τουριστικό τόπο του Νότιου Νομού Λασιθίου.
Στο μέσο της ασφαλτοστρωμένης διαδρομής προς την Ανάληψη, συναντά κανείς το μικρό θαυματουργικό εκκλησάκι της άλλοτε Μονής του Αγίου Γεωργίου του Σαμακίδη που κτήτορας και ιδρυτής είναι ο σήμερα τιμώμενος Άγιος, Ιωσήφ ο Σαμακίδης ή Σαμάκος.
Είναι κτισμένο μέσα σε μια μεγάλη ρεματιά που την καλύπτουν δάση από πεύκα με άλλα άγρια και ήμερα δέντρα, στα νότια της συναντιέται με το “Φαράγγι του Κατσούλη” που κι αυτό έχει την ομορφιά και την γραφικότητά του.
Κάνοντας αυτή τη διαδρομή ο περαστικός καμαρώνει την ομορφιά, την απεραντοσύνη του τόπου και του Λιβυκού πελάγους από πολλά σημεία.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Το χωριό των Πεύκων είναι χτισμένο σε υψόμετρο 420 περίπου μέτρων σε μια πλαγιά των βουνών που όλα μαζί βόρεια του χωριού αποτελούν μια οροσειρά με τ’ όνομα της πιο ψηλής βουνοκορφής τους, τη «Ρομανάτη», είναι βραχώδη κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, έχουν μεγάλη γραφικότητα και πάνω σ’ αυτά αναπτύσσεται η κτηνοτροφία.
Πάνω από το χωριό είναι το βουνό Αφέντης Σταυρός στην κορυφή του οποίου δεσπόζει το μικρό ομώνυμο εκκλησάκι του. Νότια του χωριού η περιοχή είναι ορεινή κυρίως όμως από χωματόβουνα που στα περισσότερα καλλιεργείται η ελιά μαζί με άλλες καλλιέργειες. Μεγάλο μέρος της περιοχής καλύπτεται από δάση με πεύκα, άγριες χαρουπιές, ελιές, πρίνους, σκοίνους και πολλά άλλα δασικά φυτά. Νοτιότερα είναι ο κάμπος του χωριού όπου καλλιεργούνται ελιές, αμπέλια, πιο πολύ όμως προϊόντα θερμοκηπίου.
Η περιοχή των Πεύκων έχει έκταση σαράντα χιλιάδες περίπου στρέμματα, βρίσκεται στα Ν.Δ. της επαρχίας Σητείας και απέχει από την πόλη της 35 χιλιόμετρα, και από την Ιεράπετρα 30 ανατολικά της. Συνορεύει από βορά με την Κοινότητα των Κρυών ενώ από το νότο έχει τη θάλασσα του Λιβυκού με τις γραφικές παραλίες της Ανάληψης, του Μακρύ Γιαλού, του Διασκαρίου και της Λαγκάδας σε απόσταση 7 χιλιομέτρων. Από δυτικά έχει τον Άγιο Στέφανο και από ανατολικά τις Λιθίνες, χωριά επίσης του Δήμου Μακρύ Γιαλού.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Βόρεια του χωριού πάνω στην κορυφή του βουνού είναι χτισμένο το μικρό εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού και λίγο έξω ανατολικά από το χωριό πάνω στο δρόμο το δεύτερο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα. Και τα δύο χτίστηκαν στη δεκαετία του 1880-90 από τον Σταύρο Κασσωτάκη, ο οποίος αναφέρεται ως Κασωτοσταυρής.
Η θέση του Ναού του Τιμίου Σταυρού προσφέρει θέα που αφοπλίζει τον επισκέπτη καθώς απλώνεται στα “πόδια” του το χωριό των Πεύκων, οι λαγκάδες και στο τελείωμα του τοπίου ο Μακρύ Γιαλός και το απέραντο Λιβυκό Πέλαγος.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
Το λαογραφικό μουσείο υλοποιήθηκε ύστερα από πρόταση του κ. Μιχάλη Μιχαηλίδη και Νικόλαο Λατζανάκη του Ιωάννη, και διεκπεραιώθηκε υπό την προεδρία της κα. Κούλας Αγγελάκη.
Στην διεκπεραίωση και διοργάνωση του λαογραφικού μουσείο βοήθησαν τοπικοί και νομαρχιακοί φορείς, καθώς και οι κάτοικοι του χωριού, προσφέροντας ο καθένας ξεχωριστά κειμήλια των προγόνων τους έχοντας μεγάλη αξία για αυτούς.
Στο μουσείο μας μπορείτε να δείτε αντικείμενα που χρησίμευαν στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της τότε εποχής. Μερικά από αυτά είναι: είδη οικιακής χρήσεως, υφαντά, αργαλειός, γεωργικά εργαλεία, μηχανή γνεσίματος λυχναριού, εργαλεία χειρονακτικών εργασιών, πατητήρι για τα σταφύλια, πιθάρια, κεροστάτη και πολλά άλλα.
Το μουσείο λειτουργεί καθημερινά από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο από τις 9 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι.
Τηλέφωνο πληροφοριών 28430-51255.
Το 1957 χτίστηκε με την προσωπική εργασία των ανδρών και γυναικών του χωριού το διθέσιο Δημοτικό Σχολείο πάνω από το χωριό. Το προ αυτού ήταν χτισμένο το 1911 μπροστά από την εκκλησία του χωριού, εντελώς όμως ακατάλληλο για σχολείο. Το κτίσμα του μετασκευασμένο σε κατοικία διατηρείται ακατοίκητο. Τα παλιά χρόνια, οι χρονολογίες δεν κρατήθηκαν, τα παιδιά πήγαιναν για να μάθουν γράμματα, στο χωριό Στραβοδοξάρι, το σημερινό Σταυροχώρι, μετά τον Γρά, τον σημερινό Άγιο Στέφανο, με τα πόδια.
Μετά το 1897 τους χρόνους της Κρητικής Πολιτείας ιδρύθηκε σχολείο στους Πεύκους. Μέχρι να το χτίσουν, για αίθουσα σχολείου έκαναν χρήση δωματίων που οι γονείς των μαθητών κάθε χρόνο παραχωρούσαν κατά σειρά δωρεάν. Θρανία δεν υπήρχαν, κάθε μαθητής για κάθισμα του είχε το δικό του σκαμνάκι (κουτσούρι) φτιαγμένο από κορμό δέντρου. Βιβλία μόνο ο δάσκαλος είχε σε μικρό αριθμό. Οι μαθητές για το γράψιμο τους είχαν μια μαύρη πέτρινη πλάκα, που έγραφαν πάνω σε αυτή με “γιολίφα” (μαλακή πέτρα από άργιλο).
Το σχολείο των Πεύκων πλέον στέκεται περήφανα πάνω από το χωριό και λειτουργεί ως Λαογραφικό Μουσείο της Παλιάς Κοινότητας των Πεύκων το οποίο συντηρεί ο Πολιτιστικός Σύλλογος Πεύκων.
Σήμερα καινούργιο σχολείο και σύγχρονα εξοπλισμένο λειτουργεί στο Μακρύ Γιαλό, καθώς επίσης Γυμνάσιο και Λύκειο.
Πηγή:
«Πεύκοι “Τόπος και Ιστορία”», Γεωργίου Θ. Καναβάκη (Καναβογιώργη), Έκδοση Κοινότητας Πεύκων, Ιούλιος – Αύγουστος 1994
