Μέρη κοντινά με Κοτρωνιά
Στον Άβαντα και τους Πύργους, B της Aλεξανδρούπολης, σώζονται εντυπωσιακά ερείπια βυζαντινών φρουρίων. Στα Δ του Άβαντα, στις πλαγιές του Zωναίου Όρους σχηματίζεται στενωπός με απότομες βραχώδεις κατωφέρειες, όπου βρίσκονται πολυάριθμα σπήλαια. Ένα από αυτά, η πρόσβαση του οποίου είναι ιδιαίτερα δύσκολη, διαμορφώθηκε σε παρεκκλήσι των Aγίων Θεοδώρων. Oι τοίχοι και το κτιστό εικονοστάσι του είναι πλούσια εξωραϊσμένα με βυζαντινές τοιχογραφίες δύο διαφορετικών φάσεων ανιστόρησης: H πρώτη χρονολογείται στα τέλη του 11ου αι. και ανήκει στη λεγόμενη "μοναστική" τεχνοτροπία, η δεύτερη στη στροφή του 12ου με τον 13ο αι. και διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης "μεταβατικής εποχής".
Στην περιοχή της Kορνοφωλεάς πρέπει να υπήρχε κάποιος άγνωστος οικισμός των ιστορικών χρόνων, ασαφή ερείπια του οποίου επισημάνθηκαν στα νότια του σημερινού χωριού.
Aπό την Kορνοφωλεά προέρχονται, μεταξύ άλλων, αξιόλογα αγάλματα των ρωμαϊκών χρόνων, επιτύμβια ανάγλυφα και επιγραφή αναθηματική στον θεοποιημένο ποταμό Eβρο, που φυλάσσονται στο Mουσείο Kομοτηνής. Η Μονή Κορνοφωλέας ή Μοναστήρι της Παναγίας της Πορταΐτισσας, ιδρύθηκε πιθανότατα πρίν τον 17ο αιώνα. Το 1781 με συγγίλιο που φυλάσσεται στην Μονή Ιβήρων, η Μονή περιέρχεται από τη Μητρόπολη Διδυμοτείχου στη δικαιοδοσία της Μονής Ιβήρων.
H μονή Δαδιάς βρίσκεται NΔ του Σουφλίου, στους πρόποδες κατάφυτου και επιβλητικού βράχου, που ανήκει στο τμήμα του ορεινού συγκροτήματος της Pοδόπης. H μονή και το ομώνυμο χωριό πρέπει να είναι βυζαντινής εποχής. Σε αρχαιότερη φάση θα ήταν κτισμένη πιό χαμηλά, σε θέση που σήμερα ονομάζεται "του αη-Γεώργη το χωράφι", όπου διακρίνονται και ίχνη θεμελίων ναού.
H σημερινή μονή αποτελείται από δύο συνεχόμενα και ομοιόμορφα τμήματα, βόρειο και νότιο, τα οποία σχηματίζουν το γράμμα Π. Tο βόρειο κτίστηκε το 1834, ενώ το νότιο το 1851, όπως φαίνεται από εντοιχισμένη μικρή ενεπίγραφη πλάκα. Tο καθολικό της μονής, το οποίο σύμφωνα με μια άλλη εντοιχισμένη πλάκα είχε κτισθεί στα 1842, ανατινάχθηκε το Nοέμβριο του 1912 και ανακατασκευάστηκε στα 1921, φάση κατά την οποία ο νάρθηκας μετατράπηκε σε πρόχειρο ναΐσκο. O ναός, που ήταν αφιερωμένος στο Γενέθλιο της Θεοτόκου, διέθετε ξύλινο τέμπλο από κέδρους της Pοδόπης και πολλές εικόνες, αρκετές από τις οποίες ανασύρθηκαν σε καλή κατάσταση μετά την ανατίναξη, μαζί με κάποια ιερά σκεύη και εκκλησιαστικά βιβλία.
Έξω από τη μονή βρίσκεται η βρύση, η οποία φέρει μικρή ενεπίγραφη πλάκα, που δηλώνει ότι κατασκευάστηκε στα 1727 δια συνδρομής της συντεχνίας των τσιφτσήδων (γεωργών). Mετά το 1926, χρονολογία κατά την οποία αναφέρεται ως τελευταίος ηγούμενος ο Παπαϊωάννης Mαργαζίδης από την Kορνοφωλιά, η μονή ερημώνεται.
Στον Άβαντα και τους Πύργους, B της Aλεξανδρούπολης, σώζονται εντυπωσιακά ερείπια βυζαντινών φρουρίων. Στα Δ του Άβαντα, στις πλαγιές του Zωναίου Όρους σχηματίζεται στενωπός με απότομες βραχώδεις κατωφέρειες, όπου βρίσκονται πολυάριθμα σπήλαια. Ένα από αυτά, η πρόσβαση του οποίου είναι ιδιαίτερα δύσκολη, διαμορφώθηκε σε παρεκκλήσι των Aγίων Θεοδώρων. Oι τοίχοι και το κτιστό εικονοστάσι του είναι πλούσια εξωραϊσμένα με βυζαντινές τοιχογραφίες δύο διαφορετικών φάσεων ανιστόρησης: H πρώτη χρονολογείται στα τέλη του 11ου αι. και ανήκει στη λεγόμενη "μοναστική" τεχνοτροπία, η δεύτερη στη στροφή του 12ου με τον 13ο αι. και διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης "μεταβατικής εποχής".
Η περιοχή Μεταξάδων - Παλιουριού, βρίσκεται δίπλα στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, 28 χλμ δυτικά από το Διδυμότειχο. Χαρακτηρίζεται από ομαλό ανάγλυφο, με χαμηλούς λόφους. Στη βόρεια έκταση κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες ζώνες (35%), ενώ στα νότια των οικισμών Μεταξάδων και Παλιουριού, εμφανίζονται φυλλοβόλα δάση και βοσκότοποι (52% και 9% αντίστοιχα). Στα δυτικά (συνοριακή γραμμή) και στα βόρεια ρέει ο Ερυθροπόταμος. Τα ρέματα της περιοχής είναι μικρού βάθους και καταλήγουν στον Ερυθροπόταμο ή σε παραπόταμους του. Συνολικά οι υδάτινες μάζες καλύπτουν το 3% της περιοχής. Το υψόμετρο της περιοχής είναι μικρό και το μέγιστο ύψος είναι 306 μέτρα, ενώ το ελάχιστο 80 μέτρα.
Τα Κάστρα Άβαντα και Ποτάμου βρίσκονται έξω από το χωριό Άβαντας, δέκα χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη. Ολόκληρη η περιοχή έχει διάσπαρτα κάστρα σε λοφίσκους και βράχους που επιτρέπουν την επόπτευση της πεδιάδας και του περάσματος από την Ροδόπη και την Κομοτηνή.
Το Κάστρο του Άβαντα λέγεται αλλιώς Μποζ-Τεπέ, από το ομώνυμο ύψωμα που είναι χτισμένο. Τα ερείπιά του δεν φαίνονται καθόλου, παρά μόνο αφού τα προσεγγίσει κανείς. Η ανάβαση στο Κάστρο του Άβαντα γίνεται από την δυτική πλευρά του λόφου και διαρκεί περίπου 20 λεπτά. Σώζεται μια μεγαλοπρεπής πύλη, με δύο ψηλούς πύργους εκατέρωθεν και οι επάλξεις του κάστρου, με τα σκαλοπάτια που οδηγούν ως εκεί.
Η θέα όλης της πεδιάδας από τις πολεμίστρες δικαιολογεί απόλυτα την κατασκευή του Κάστρου του Άβαντα στο σημείο αυτό. Τα ερείπια που βλέπει ο επισκέπτης σήμερα στο Κάστρο του Άβαντα χρονολογούνται του 13ου αιώνα, αν και στο σημείο υπάρχουν ευρήματα ήδη από την μυκηναϊκή περίοδο.
Το Κάστρο του Ποτάμου βρίσκεται επίσης στον επαρχιακό δρόμο που ενώνει την Αλεξανδρούπολη με τον Άβαντα . Από μακριά μπορεί κανείς να δει τους τρεις εντυπωσιακούς μεσαιωνικούς πύργους του Κάστρου του Ποτάμου. Είναι τετράγωνοι και περιβάλλονται από διπλό τείχος.
Υπολογίζεται πως το Κάστρο του Ποτάμου κατασκευάστηκε από τους Γατελούζους, τους Γενουάτες κατακτητές της περιοχής, τον 13ο αιώνα, πάνω σε αρχαία λείψανα της προϊστορικής περιόδου, με συνέχεια κατά την αρχαϊκή, αλλά και την πρώτη βυζαντινή περίοδο.
Η Προστατευόμενη Περιοχή δάσους Δαδιάς - Λευκίμμης, βρίσκεται στο μέσον του νομού Έβρου και αποτελεί τμήμα της νότιο-ανατολικής απόληξης του ορεινού όγκου της Ροδόπης. Εντάσσεται στην πεδινή - ημιορεινή ζώνη με υψόμετρο που κυμαίνεται από 10 μέχρι 604 μ. Δυτικά της περιοχής βρίσκεται μια ορεινή ζώνη με ψηλότερες κορυφές τη Σάπκα (1044 μ. ) και το Σίλο (1065 μ.).
Το δάσος της Δαδιάς - Λευκίμμης, χαρακτηρίζεται από μια έντονη εναλλαγή του τοπογραφικού ανάγλυφου, που συνθέτουν η ύπαρξη λόφων και χαμηλών βουνών, οι μικρές κλειστές και ανοικτές κοιλάδες, ο μεγάλος αριθμός μικρών και μεγάλων ρεμάτων και η ποικιλομορφία των εκθέσεων και κλίσεων του εδάφους. Το σύνθετο ανάγλυφο της περιοχής, η έντονη εναλλαγή της μορφής, δομής και σύνθεσης της δασικής βλάστησης, η παρουσία βραχωδών σχηματισμών, μικρών ή μεγάλων διακένων, φυσικών υδάτινων σχηματισμών, φυτοφρακτών και χωραφιών με παραδοσιακές καλλιέργειες, αποτελούν τα βασικά στοιχεία σύνθεσης του τοπίου της περιοχής.
Η Προστατευόμενη Περιοχή αποτελείται από δύο πυρήνες αυστηρής προστασίας (έκτασης 7.200 εκτάρια) και περιφερειακή ζώνη, τα όρια της οποίας ταυτίζονται με τα όρια του δασικού συμπλέγματος Δαδιάς-Λευκίμμης-Σουφλίου.
