Νομός: Λάρισσας
Μέρη κοντινά με Αγιόκαμπος
Εδώ τοποθετείται, σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, η αρχαία πόλη Μελίβοια. Σε ανασκαφές της ΙΕ Εφορείας Προιστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στον κατάφυτο λόφο πάνω από το λιμάνι αποκαλύφθηκε οχυρωμένος οικισμός έκτασης 55 στρεμμάτων, καθώς και αρχαία νεκροταφεία, που σήμερα δεν διακρίνονται λόγω βλάστησης. Το τείχος είναι κτισμένο από πλακαρούς λίθους και σώζει 5 πύργους με λαξευμένους γωνιόλιθους, του 3ου αι. π.Χ.. Τα μαρμάρινα αγάλματα, οι επιγραφές και τα αγγεία που βρέθηκαν εδώ και ξεκινούν από τη μυκηναϊκή περίοδο, είναι πολύ σημαντικά και αποδεικνύουν περίτρανα την ταύτιση της θέσης με τη Μελίβοια, που ήταν ισχυρή πόλη με λιμάνι και γνωστή εμπορική δραστηριότητα στο Αιγαίο. Είναι πιθανόν ότι η αρχαία πόλη χρησιμοποιούσε ως λιμάνια τους δύο φυσικούς ορμίσκους που βρίσκονται στα νότια του σύγχρονου λιμανιού. Στον βορειότερο από τους ορμίσκους αυτούς σώζεται στο βράχο σκαλιστή κλίμακα, λείψανο αρχαίου ιερού, που ταυτίζεται από τους ερευνητές με εκείνο του μυθικού ήρωα Δόλοπα.
Στα νομίσματα της Μελίβοιας από τον 4ο αι. π.Χ. κυριαρχούσαν οι παραστάσεις του αμπελιού και του Διονύσου, αφού το κρασί ήταν το σπουδαιότερο εξαγωγικό της προιόν, όπως συνέβαινε στην περιοχή μέχρι τον 20ό αιώνα. Μετά την καταστροφή της το 168 από τους Ρωμαίους η θέση δεν ξανακατοικείται και ο πληθυσμός μοιράζεται στην γύρω εύφορη περιοχή και τους λόφους, ενώ αργότερα οχυρώνεται ο λόφος στο Παλιόκαστρο Βελίκας, στη βόρεια πλευρά του μεγάλου κόλπου.
Τύπος:
Άμμος και πολύ ψιλή πέτρα
Μία από τις πιο όμορφες και παραλίες της περιοχής με πεντακάθαρα γαλαζοπράσινα νερά.
Σχετικά μεγάλη
Βαθιά
Οργανωμένη στην μία πλευρά της
Η παραλία δεν είναι ορατή από το δρόμο. Στην παραλία κατεβαίνουμε ακολουθώντας διαμορφωμένο μονοπάτι (με σκάλες).
Υποδομές:
Καφέ - μπαρ
Το Δάσος Πολυδενδρίου απέχει από τα πλησιέστερα αστικά κέντρα, την κωμόπολη της Αγιάς και τη Λάρισα, 30χμ και 65χμ αντίστοιχα.
Στην καρδιά του Μαυροβουνίου και μέχρι τη θάλασσα, βρίσκεται το πρώην βασιλικό κτήμα Πολυδενδρίου έκτασης 34.791 στρεμμάτων και υψόμετρου 1.054 μ., με το πανέμορφο Δάσος Πολυδενδρίου, ένα από τα πιο οργανωμένα δάση της χώρας μας (σηματοδοτημένα μονοπάτια, ποδηλατοδρόμοι, χώροι πικνίκ), όπου υπάρχουν ακόμη αγριογούρουνα, ζαρκάδια, λαγοί, αγριόγατοι και όπου το 1991 παρατηρήθηκε το σπάνιο είδος αιλουροειδούς, ο Λυγξ.
Βόρεια οριοθετείτε από το Ρέμα «Μπουρμπουλήθρα» και νότια από το ρέμα «Ρακοπόταμος».
Η ιστορία του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του Δάσους αρχίζει την εποχή της Τουρκοκρατίας όπου το χωρίο Πολυδένδρι αποτελούσε τσιφλίκι στην κατοχή του Οθωμανού Μεχμέτ Τεβφίκ Βεη Εφεδήν. Το 1841 το τσιφλίκι πωλήθηκε από τον Οθωμάνο στους Ελληνικής καταγωγής Μανόλη Αλεξανδρή και Δημίτριο Θεοχάρους. Κατόπιν διαφόρων αγοροπωλησιών η κυριότητα του Δάσους περιήλθε στον οθωμανικής καταγωγής Χασάν Λεοντάρη και μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος το 1881 το Δάσος διαχειρίστηκε ως μη Δημόσιο Δάσος.
Το Δάσος περιήλθε στην κυριότητα της τότε Βασιλικής οικογένειας τη Ελλάδος το 1906, η οποία το διαχειριζόταν έως το 1994, έκτοτε ανέλαβε νόμιμα τη διαχείρισή του το Υπουργείο Γεωργίας του Ελληνικού Δημοσίου.
Η ποικιλία της χλωρίδας και πανίδας του και οι ήπιες γενικώς κλίσεις του εδάφους το καθιστούν ένα χώρο με μεγάλο ενδιαφέρον, που προσφέρεται για επισκέψεις αναψυχής, χαλάρωσης, αναζωογόνησης και πλήθος δραστηριοτήτων.
Επίσης, η εκμετάλλευση του ως παραγωγικό δάσος προσφέρει εργασία στους κατοίκους της γύρω περιοχής. Τα παραγόμενα δασικά προϊόντα είναι κυρίως καυσόξυλα δρυός, οξιάς και αείφυλλων πλατύφυλλων, ξυλάνθρακες και τεχνική ξυλείας οξιάς, δρυός και καστανιάς.
Τα μνημεία του χώρου
Στο Δασόκτημα βρίσκονται δύο ναοί, ο Ναός της Παναγίας και ο Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου. Γεωγραφικά απέχουν πολύ λίγο μεταξύ τους και χρονολογικά φαίνεται να κατασκευάστηκαν σχεδόν την ίδια περίοδο. Ο Ναός της Παναγίας χρονολογείται στα τέλη του 16ου αι. και ο Ναός Της Κοιμήσεως της Θεοτόκου φέρει έτος θεμελίωσης το 1568. Τοιχογραφίες πολύ καλής τέχνης κοσμούν και τους δύο ναούς ενώ πλήθος αρχαίων επιγραφών στο δάπεδο του πρώτου μαρτυρούν την πιθανότητα ύπαρξης αρχαίου ιερού στην περιοχή.
Σημαντική οχύρωση, 21 στρεμμάτων, που βρίσκεται σε κατάφυτο λόφο στα βόρεια του οικισμού και σε μικρή απόσταση από την παραλία. Ελέγχει τον εύφορο κάμπο που απλώνεται στα νότια, καθώς και την παραλιακή διαδρομή του Κισσάβου. Αποκαλύφθηκε με ανασκαφική έρευνα των ετών 2009 και 2010 που διεξήχθη από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με τη συνδρομή του Δήμου Μελιβοίας και σώζεται μέχρι το ύψος των 3μ.
Τα τείχη είναι κτισμένα από ακατέργαστους λίθους μεσαίου μεγέθους τοποθετημένους σε σκληρό ασβεστοκονίαμα και έχουν πάχος 2μ. Στη νότια και ανατολική πλευρά, που σώζονται καλύτερα, διακρίνονται δύο πύλες και πέντε πύργοι. Στο κατάφυτο εσωτερικό του κάστρου σώζονται πυκνά λείψανα οικισμού, τα οποία χρονολογούνται στην πλειοψηφία τους τον 6ο αι. μ.Χ., κτισμένα επάνω σε παλιότερα ερείπια.
Ο οικισμός εκτεινόταν στους πρόποδες του λόφου και στον παραλιακό κάμπο, όπως δείχνει εκκλησιαστικό συγκρότημα με πιεστήριο λαδιού και αποθήκες που ανασκάφηκε στα ανατολικά. Η θέση ταυτίζεται με την πρωτοβυζαντινή φάση της γνωστής αρχαίας πόλης Μελίβοιας, η οποία αρχικά ήταν εγκατεστημένη στο λόφο πάνω από το λιμάνι του Αγιοκάμπου και καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 168 π.Χ.
Τον Ιούνιο του 2011 διεξήχθη η πρώτη φάση της ανασκαφής στην εκκλησία που βρίσκεται δίπλα στη Βόρεια Πύλη. Αυτή γίνεται σε συνεργασία του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας) με υπεύθυνο τον καθηγητή Γιάννη Βαραλή και της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με υπεύθυνη την αρχαιολόγο Σταυρούλα Σδρόλια. Η έρευνα αυτή εντάσσεται σε πενταετή προγραμματισμό των δύο φορέων, που εγκρίθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού. Για φέτος συμμετείχαν σ΄αυτή 15 φοιτητές και άλλοι επιστήμονες, οι οποίοι φιλοξενήθηκαν για τρείς εβδομάδες από τους κατοίκους της Μελίβοιας.
Το ανασκαπτόμενο κτίριο είναι μια τρίκλιτη βασιλική διαστάσεων 10χ11μ., χωρίς το νάρθηκα. Αποκαλύφθηκε μεγάλο μέρος του κεντρικού και του βόρειου κλίτους και βρέθηκε το δάπεδο του κεντρικού κλίτους, καθώς και αρκετά μαρμάρινα και κεραμικά ευρήματα που το χρονολογούν στον 6ο αιώνα και υποδηλώνουν επίσης επισκευή του σε λίγο μεταγενέστερη περίοδο.
Παράλληλα, τον Ιούλιο του 2011 άρχισαν οι εργασίες ανάδειξης του κάστρου από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, μετά από μελέτη που συνέταξε ο Δήμος Μελιβοίας και την ένταξη του έργου στα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα Ελλάδας-Ευρωπαικής Ένωσης (ΕΣΠΑ) με 500.000 ευρώ. Το έργο περιλαμβάνει καθαρισμό και στερέωση της ανατολικής και νότιας πλευράς των τειχών, καθώς και κατασκευή λιθόστρωτου μονοπατιού εξωτερικά για τη διευκόλυνση των επισκεπτών. Αρχικά κατασκευάσθηκε νέα πρόσβαση, βορειότερα της πρηγούμενης, που επιτρέπει την άνετη προσέγγιση στο κάστρο.
Στην πρώτη φάση του έργου, που βρίσκεται σε εξέλιξη, καθαρίζεται από τη βλάστηση ζώνη 5μ. εσωτερικά του τείχους και αφαιρούνται τα κατακρημνίσματα του τείχους και οι επιχωματώσεις, με σκοπό την αποκάλυψη του τείχους και των κτιρίων στο εσωτερικό του. Αποκαλύπτεται πλήθος κτιρίων, που δείχνουν ένα οργανωμένο σύστημα αποθηκών, με αφθονία αμφορέων και πιθαριών, όπου φύλασσαν τη γεωργική παραγωγή λαδιού και οίνου, καθώς και μικροαντικείμενα της καθημερινής ζωής του 6ου αιώνα, ενώ δεν λείπουν και σποραδικά λείψανα παλαιότερης κατοίκησης.
Ανηφορίζοντας στις πλαγιές της Όσσας, βορειοανατολικά του ρέματος Βελίκα, συναντάμε μέσα από μια καταπληκτική σε ομορφιά διαδρομή το ονομαστό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του θεολόγου και το πανέμορφο δασικό πάρκο, ειδικά διαμορφωμένο για φαγητό στην εξοχή και για ορμητήριο πεζοπορικών διαδρομών στο βουνό.Στη Μονή υπάρχει επιγραφή από το 1776 ανακαινίστηκε το 1854 και τοιχογραφήθηκε το 1860. Στο ιερό υπάρχει εντοιχισμένο θωράκιο του 11ου και 12ου αιώνα.
Η λίμνη της Σκήτης, βρίσκεται κοντά στο ομώνυμο χωριό , περιτυλιγμένη από τους λόφους με καστανιές και καρυδιές . Στην λίμνη διοργανόνονται δραστηριότητες Canoe.
Αποτελεί εκτεταμένη οχύρωση 132 στρεμμάτων, στα δυτικά της Σκήτης, σε βραχώδες πλάτωμα του Μαυροβουνίου και προσφέρει μοναδική εποπτεία τόσο προς την παράλια διαδρομή του Κισσάβου όσο και στη λεκάνη της Αγιάς. Ταυτίζεται από ορισμένους συγγραφείς με τη βυζαντινή Κενταυρόπολη, που ιδρύθηκε τον 6ο αι. από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό με σκοπό να προστατεύσει τους πληθυσμούς της περιοχής.
Τα τείχη είναι κτισμένα με αρκετά μεγάλες πέτρες, που σχηματίζουν σειρές και έχουν πλάτος 2 μέτρων. Στα βορειοανατολικά υπάρχει προσθήκη των μεσοβυζαντινών χρόνων, στην οποία ανήκει και ο μοναδικός σωζόμενος πύργος. Το τμήμα αυτό έχει τείχη μικρότερου πλάτους, που περιέχει αρκετά τμήματα πλίνθων. Καλύτερα διατηρείται η ανατολική και η νότια πλευρά, ενώ η βόρεια έχει καταρρεύσει. Στο εσωτερικό της οχύρωσης έχουν εντοπισθεί δεξαμενή και μικρή εκκλησία των μεσοβυζαντινών χρόνων, ενώ αρκετά ερείπια κτισμάτων δείχνουν ότι εδώ βρισκόταν στην περίοδο εκείνη ο οικισμός της Σκήτης, που έλαβε το όνομά του από τη Σκήτη των Αγίων Αναργύρων στα βόρεια του κάστρου.
