Μέρη κοντινά με Εκκλησία
Ναός Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στο Γαλατά
Ακολουθώντας το δρόμο που οδηγεί από το χωριό Γαλατάς στο Αρκαλοχώρι, συναντάμε στη δεξιά πλευρά το Ναό του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου. Πρόκειται για δίκλιτο βυζαντινό ναό του οποίου η αρχιτεκτονική δένει αρμονικά μέσα στο ομορφιάς φυσικό περιβάλλον που φιλοξενείται. Στο εσωτερικό του δεν σώζονται τοιχογραφίες.
Μονή Αγίας Μαρίνας Βόνης
Νότια του οικισμού της Βόνης και σε απόσταση σε απόσταση 500μ.από αυτόν, βρίσκεται η μονή της Αγίας Μαρίνας, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο προσκύνημα στην Κρήτη. Το γυναικείο αυτό μοναστήρι οικοδομήθηκε το 1901 από τον Ιωάννη Καπαρουνάκη, πάνω στα ερείπια ενός αρχαιότερου μονόχωρου ναού του 14ου.- 15ου αιώνα, στο σημείο όπου σύμφωνα με την παράδοση, ο ίδιος διαπίστωσε ότι ανάβλυζε θαυματουργό αγίασμα. Από το παλαιό εκείνο κτίριο είναι εμφανής σήμερα η αψίδα του ιερού, η οποία ενσωματώθηκε στη νεότερη μεγαλόπρεπη εκκλησία.
Η Αγία Μαρίνα είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, καθώς θεωρείται προστάτιδα των άρρωστων παιδιών, ενώ δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες για τη θαυματουργή της παρέμβαση σε ασθενή παιδιά. Η πίστη αυτή, αντικατοπτρίζεται με τον πιο ευρηματικό τρόπο στο εκθετήριο αφιερωμάτων της μονής, όπου εκτίθενται αντικείμενα – πειστήρια ίασης, ασθενών που θεραπεύτηκαν επικαλούμενοι την Αγία. Επίσης κάθε χρόνο την ημέρα που τιμάται η μνήμη της, στις 17 Ιουλίου, συρρέει στη μονή πολύ μεγάλο πλήθος πιστών, έξω από την οποία διεξάγεται και μεγάλη εμποροπανήγυρη.
Μινωικό Ανάκτορο στον Γαλατά
Σε ένα υψηλό βραχώδη λόφο και σε μια ημιορεινή άγονη και με δύσκολη πρόσβαση περιοχή, στο Γαλατά Πεδιάδος, η αρχαιολογική έρευνα έφερε τελευταία στο φως ένα Μινωικό ανάκτορο διαφορετικό από τα άλλα. Τα νέα στοιχεία που προκύπτουν από τη μελέτη του ανακτόρου είναι ότι υπάρχει σύνδεση με τα μυκηναϊκά ανάκτορα και συγκεκριμένα με την κεντρική αίθουσα των μεγάλων μυκηναϊκών ανακτόρων γεγονός που προκύπτει από τη μεγάλη κεντρική εστία η οποία περικλείεται από κίονες.
Ο μεγάλος αριθμός των σκευών και των λίθινων εργαλείων ο οποίος βρέθηκε στους χώρους του ανακτόρου τεκμηριώνει την ανάπτυξη εξειδικευμένης τροφοπαρασκευαστικής δραστηριότητας σε βιοτεχνικό επίπεδο. Για λόγους τους οποίους αγνοούν οι ερευνητές, το ανάκτορο του Γαλατά εγκαταλείφθηκε στην περίοδο της ακμής του νεοανακτορικού πολιτισμού. Οι ανασκαφείς του εικάζουν ότι αυτή η εγκατάλειψη, η οποία αποτέλεσε ένα καθαρά τοπικό γεγονός, θα μπορούσε να συσχετιστεί με τον πλούτο της περιοχής, ο οποίος αναδεικνύεται μέσα από ευρήματα του γειτονικού σπηλαίου του Αρκαλοχωρίου.Το ανάκτορο του Γαλατά έχει συνολική έκταση μαζί με τις εξωτερικές αυλές και τους δρόμους τέσσερα στρέμματα, σχεδόν όσο και το ανάκτορο της Ζάκρου. Τα πρώτα τμήματα υπολογίζεται ότι κτίστηκαν κατά τη Μεσομινωική περίοδο (1700-1650 π.Χ.), ενώ το ολοκληρωμένο ανακτορικό συγκρότημα κατασκευάστηκε λίγο αργότερα, την εποχή της ακμής των νέων ανακτόρων (1650-1600 π.Χ.).
Πάνω στο βραχώδη λόφο της Γαλατιανής Κεφάλας, 30χλμ. νότια του Ηρακλείου και κοντά στο ιερό σπήλαιο του Αρκαλοχωρίου βρίσκεται το ανάκτορο του Γαλατά, στο κέντρο μινωικού οικισμού, συνολικής έκτασης 70 στρεμμάτων.
Πρόκειται για ανακτορικό συγκρότημα με κεντρική αυλή και τέσσερις πτέρυγες, η ανασκαφή του οποίου ξεκίνησε από τον αρχαιολόγο Γιώργο Ρεθυμιωτάκη το 1992. Η έκτασή του μαζί με τους αίθριους χώρους φτάνει τα 4 στρέμματα, πράγμα που το κατατάσσει τέταρτο σε μέγεθος στην Κρήτη και ίσο με το ανάκτορο της Ζάκρου. Τα πρώτα κτίρια του συγκροτήματος κατασκευάστηκαν τη Μεσομινωική περίοδο (1700-1650 π.Χ.), ενώ η ολοκλήρωση της οικοδόμησής του χρονολογείται λίγο αργότερα, το 1650-1600 π.Χ..
Εντός του ανακτόρου έχουν ταυτιστεί ιδιαίτεροι χώροι αποθήκευσης, τροφοπαρασκευαστικών δραστηριοτήτων και συμποσίων, ιεροτελεστιών, ενώ με επιφύλαξη ταυτίζεται χώρος με βιοτεχνικό χαρακτήρα, ο οποίος πιθανόν φιλοξενούσε μεταλλουργικές δραστηριότητες. Ιδιαίτερη σημασία έχει η κεντρική επίσημη Αίθουσα των πεσσών, που βρίσκεται στην ανατολική πτέρυγα, στο κέντρο της οποίας, εντοπίστηκε μεγάλη ορθογώνια κτιστή εστία που περιβάλλεται από τέσσερις πεσσούς. Η τελευταία αποτελεί μοναδικό δείγμα μινωικής εστίας και μάλιστα έχει οδηγήσει σε συσχετισμό της αίθουσας αυτής με την κεντρική αίθουσα των μυκηναϊκών ανακτόρων.
Η ήδη υπάρχουσα ανατολική πτέρυγα ανακατασκευάστηκε, προστέθηκε το μαγειρείο, διαμορφώθηκαν λιθόστρωτοι δρόμοι στα νοτιοανατολικά και τη κεντρική αυλή, κατασκευάστηκε η δυτική πτέρυγα.
Για άγνωστους ακόμα λόγους, το ανάκτορο του Γαλατά εγκαταλείφθηκε την εποχή της ακμής του νεοανακτορικού πολιτισμού (1600- 1650π.Χ.), ενώ εικάζεται ότι δέχτηκε εισβολή τρωγλοδυτών. Κατά την περίοδο που ακολούθησε το κτίριο ερειπώθηκε, ενώ για λίγα χρόνια ακόμα συνεχίστηκε η κατοίκηση στο γύρω οικισμό.
Ο αρχαιολογικός χώρος του Γαλατά δεν είναι ακόμα επισκέψιμος.
