Μέρη κοντινά με Καψάς
Μικρό αλλά εντυπωσιακό φαράγγι που καταλήγει ανατολικά του χωριού Καβούσι. Σχηματίζεται μεταξύ του βουνού Καψάς (998μ.) και του λόφου Αζοριά (343μ.).
Το συνολικό μήκος είναι 1.1 χιλιόμετρα και η υψομετρική διαφορά εισόδου-εξόδου είναι 130 μέτρα.
Είναι από τα λίγα φαράγγια που καταλήγουν στη βόρεια ακτή του νησιού. Αρκετά στενό, με κάθετα τοιχώματα, ενώ τα πετρώματα του θυμίζουν το φαράγγι του Χα.
Την πορεία του φαραγγιού στα βορειοανατολικά ακολουθεί φαρδύ καλντερίμι που ενώνει την περιοχή της Αύγου με το Καβούσι.
Ενδιαφέρον έχει στην αρχή μια μεγάλη κολύμπα όπου μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει την τεχνική της τυρολέζας.
Το ελαιόδεντρο αυτό έχει ανακηρυχθεί από τον Σύνδεσμο Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης (ΣΕΔΗΚ) σαν «Μνημειακό» λόγω των μεγάλων διαστάσεων του κορμού του, και λόγω της θέσης του κοντά στους αρχαίους οικισμούς «Βροντάς», «Κάστρο» και «Αζοριάς» της Υστερομινωική ΙΙΙΓ έως Αρχαϊκής φάσης (1350-500 π.χ.) όπου έχουν ανευρεθεί διάφορα αγγεία και τέχνεργα έκθλιψης ελαιόκαρπου.
Το Ελαιόδεντρο αυτό που βρίσκεται στην θέση «Αζορια» στον δρόμο προς τον οικισμό Αύγο του Δ.Δ. Καβουσίου του Δήμου Ιεράπετρας, ανήκε το 2008 στον Γεωργ. Γραμματικάκη και είναι ποικιλίας Μαστοειδούς που τοπικά αποκαλείται «Μουρατολιά» εμβολιασμένης σε υποκείμενο Αγριελιάς.
Ο κορμός του δέντρου σε ύψος 0,8m από το έδαφος έχει μέγιστη διάμετρο (4,95m) και περίμετρο 14,20.m ενώ στην βάση του δέντρου έχει μέγιστη διάμετρο 7,10m και περίμετρο 22,10m.
Το 2004 μετά από πρόταση κατοίκων της περιοχής και του Δήμου Ιεράπετρας αποφασίστηκε όπως η πρώτη νικήτρια του Μαραθωνίου Γυναικών στους Ολυμπιακούς αγώνες ΑΘΗΝΑ 2004 στεφανωθεί με κότινο από το ελαιόδεντρο αυτό. Ο κότινος αυτός κόπηκε με ειδική τελετή στην οποία παραβρέθηκαν εκπρόσωποι των Αρχών, της Εκκλησίας και πλήθος κατοίκων της περιοχής.
Ο οικισμός στον Αζοριά αποτελεί σημαντικό αστικό κέντρο της Κρήτης την αρχαϊκή περίοδο (7ος - 5^ αι. π.Χ.). Κτισμένος πάνω σε ευδιάκριτο λόφο που δεσπόζει στον κόλπο του Μεραμβέλλου κατέχει θέση με στρατηγική σημασία ανάμεσα στον Ισθμό της Ιεράπετρας και στα βουνά της δυτικής Σητείας.
Αν και ο χώρος κατοικείται συνεχώς από την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1200-700 π.Χ.), έως και τον 5° αι. π.Χ., η καταστροφή το 700 π.Χ. οδηγεί στην αναδιάταξη του οικισμού και την κατασκευή δημόσιου αστικού κέντρου. Πραγματοποιούνται μεγάλης κλίμακας διαμορφώσεις με κατασκευές αναλημματικών τοίχων και διάνοιξη δρόμων και μονοπατιών που οδηγούν σε ανοικτό χώρο συγκέντρωσης, πιθανότατα την «Αγορά», δημόσια κτήρια κατασκευάζονται και νέοι οικιστικοί τομείς ανοικοδομούνται. Η πολεοδομική αυτή αναδιοργάνωση υποδηλώνει ταυτόχρονα σημαντικές αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνική δομή της πόλης.
Από τα δημόσια κτήρια που έχουν έρθει στο φως σημαντικά να αναφερθούν είναι: 1. το συγκρότημα που ονομάστηκε «Ανδρείον», αποτελούμενο από αποθηκευτικούς χώρους, κουζίνες, μια τραπεζαρία και δωμάτια που χρησιμοποιούνταν για σπονδές και προσφορές, 2. το «Μνημειακό Δημόσιο Κτήριο» που ήταν προφανώς αίθουσα τελετών ή συμποσίων με αναβαθμούς για καθίσματα και 3. ένα μικρό «Ιερό». Εδώ, εκτός από τα πολυάριθμα αγνεία, βρέθηκαν σιδερένιοι οβελοί, εργαλεία και όπλα, ειδώλια, καθώς και τμήμα πανοπλίας και κράνους κρητικού τύπου.
