Νομός: Λασιθίου
Μέρη κοντινά με Παναγία Κορασανή στο Μεγάλο Κοράσι
Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στο Αρέτι, ανήκει γεωγραφικά στον Δήμο του Αγίου Νικολάου στο νομό Λασιθίου και είναι κοντά στο χωριό Καρύδι. Ιδρύθηκε από τον ευγενή Μάρκο Παπαδόπουλο ανάμεσα στα έτη 1580 και 1596, από τα χρόνια εκείνα μέχρι και το 1866 μνημονεύεται πολλάκις στις αρχειακές πηγές. Ήταν ένα μεγάλο και ισχυρό μοναστήρι, το οποίο στα χρόνια της Οθωμανικής Κυριαρχίας διετέλεσε και έδρα της επισκοπής Πέτρας. Μετά την επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι λεηλάτησαν και πυρπόλησαν το μοναστήρι, καταστρέφοντας έτσι κειμήλια, έπιπλα καθώς και τη βιβλιοθήκη που περιείχε έγγραφα και βιβλία από τα χρόνια της Βενετοκρατίας. Η μονή ανακαινίστηκε το 1844 και λειτούργησε κανονικά με μικρό αριθμό μοναχών, ενώ το 1991 άρχισε η προσπάθεια αναστήλωσής της που σήμερα έχει ολοκληρωθεί.
Η είσοδος στη μοναστηριακό συγκρότημα γίνεται μέσω στοάς, δίπλα στο πατητήρι, που οδηγεί στις μεγάλες θολωτές αποθήκες, το στάβλο και την πύλη της εσωτερικής αυλής. Στον κυρίως περίβολο εσωκλείονται υδατοδεξαμενές και τα περισσότερα ενδιαιτήματα. Στις διώροφες πτέρυγες βρίσκονται τα κελιά, το μαγειρείο, το αρτοποιείο, η τράπεζα, οι αποθήκες, το σιδηρουργείο και άλλες εγκαταστάσεις. Εκτός του κλειστού περιβόλου βρίσκονται δύο μεγάλες ανοιχτές δεξαμενές, το ελαιοτριβείο και το τυροκομείο. Το καθολικό της μονής βρίσκεται στο κέντρο του περιβόλου, είναι ναός μονόχωρος καμαροσκέπαστος με οξυκόρυφη καμάρα και λιθανάγλυφο θύρωμα. Το κωδωνοστάσιο του φέρει καμπάνα με επιγραφή 1618. Στον περίβολο βρίσκεται και δεύτερος ναός της Βενετοκρατίας, ο Άγιος Λάζαρος, με ταφικό χαρακτήρα. Είναι μονόχωρος καμαροσκέπαστος με επίσης λιθανάγλυφο θύρωμα. Τέλος, πρόσφατα εγκαινιάστηκε μέσα σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο της μονής ο ναΐσκος του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου.
The monastery of the Holy Cross in Kardamoutsa is currently not manned, but was in the years of Venetian and Ottoman domination, a major male monastery. According to archival sources (Chronaki 1997, 251-254) and the inscription on the belfry which states the names of its founders and the funerary inscription on a founder’s gravestone, the foundation of the monastery by brothers Katzaras, monks Makarios, Manasses and Xenophon can be placed between the years 1570 and 1580 (Iliakis 1989).
The catholicon is a single-nave barrel-vaulted church with corners of carefully carved stonemasonry, decorative glazed plates in the east pediment and at the sanctuary niche a stone-carved ‘agiothyrido’ (agiothyrido stands for ‘gate of the saints’, and it is the name given to the east-facing sanctuary window of Greek Orthodox churches).
The monastic complex developed around the church, and was constructed in several construction phases. The catholicon and the core of the northern complex, which probably housed the kitchens, belong to the first construction phase from 1580 to 1590. In the second phase of the early 17th century warehouses were added, a two-storey building serving as abbot’s quarters, and a two-storey vaulted refectory.
The olive press was probably made in the third construction phase of the mid-17th century. Apart from the above-mentioned areas and the cells, the abbey also had a cheese-dairy, a guest-house and a vordonareio (stable). The buildings on the south side of the monastery date back to the 18th and 19th centuries.
Πινές
Σε πολύ μικρή απόσταση από το Σκίσμα βρίσκεται ο οικισμός Πινές, ένα χωριό που διατηρώντας τον παραδοσιακό αρχιτεκτονικό του χαρακτήρα σε γαληνεύει και σε ταξιδεύει στο παρελθόν.
Οι πετρόκτιστοι ανεμόμυλοι και η εξαιρετική θέα προς το Κρητικό Πέλαγος από κάθε σημείο της περιοχής κάνουν αναγκαία την επίσκεψη στο χωριό. Φως και αέρας έχουν σμιλέψει την πέτρα, το χώμα και τα δέντρα της περιοχής.
Το όνομα ίσως προέρχεται από τη λέξη λούμα που σημαίνει λούσιμο ή λουτρό (κατά τη Βυζαντινή περίοδο) Κατ’ άλλη εκδοχή προέρχεται από τη λέξη λούμακας (σημαίνει το ζωηρό νέο βλαστό του δένδρου) και αναφέρεται στους λούμακες τους υψηλούς και εύρωστους άνδρες που έβγαζε το χωριό. Για πρώτη φορά απογράφεται το 1834 (σαν Luma) με 15 χριστιανές οικογένειες. Το 1929 είναι έδρα αγροτικού Δήμου με 305 κατοίκους. Στην τελευταία απογραφή την Κοινότητα αποτελούσαν οι οικισμοί Κάτω Λούμας, Πάνω Λούμας, Κάτω Σέλες και Σέλες. Στο χωριό σώζεται το καθολικό της μικρής Μονής του Μιχαήλ Αρχαγγέλου (ανήκε στο Αρέτι με επιγραφή του 1604 και το όνομα του κτήτορα μοναχού Νικόδημου Χασάννι) καθώς και ο παλιός ναός του Αγίου Ιωάννη του Ξενικού (ανήκε στη Μονή Καρδαμούτσας)
Με μεγάλη αγάπη στην παράδοση του τόπου τους, ο Νίκος και η Ελένη Δρακωνάκη συγκέντρωσαν και εκθέτουν, με εξαιρετικό τρόπο, στο παλιό ελαιοτριβείο της οικογένειας, μοναδικά αντικείμενα περασμένων εποχών.
Σκουράς, Μεταμόρφωση Σωτήρος – Αφέντης Χριστός
Νότια του δρόμου Φουρνή – Ελούντα, στην περιοχή του Σκουρά, βορειοανατολικά της Φουρνής υπήρχε ναός αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Ο Σωτήρας ή Αφέντης Χριστός γειτνιάζει με τη μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Σκουρά, όπου υπήρχε οικισμός τα χρόνια της Βενετοκρατίας. Ο ναός δηλώνεται στην απογραφή των εκκλησιών και των μονών του 1635 από το Μάρκο Παπαδόπουλο.
Σκουράς, Μονή Αγίου Παντελεήμονoς
Το μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος βρίσκεται στο Σκουρά, περιφέρεια της Φουρνής, σε υψόμετρο 300 μ. και με μικρή κλίση προς τα βόρεια. Ένας αγροτικός δρόμος, στα βόρεια του σημερινού οδικού άξονα Φουρνής – Ελούντας, οδηγεί στο μνημείο. Στη γύρω περιοχή απλώνονται ελαιώνες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ενώ το πλησιέστερο μνημείο της Βενετοκρατίας είναι η μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Την περιοχή παλαιότερα διέσχιζε ο λιθόστρωτος δρόμος που περνά από το φαράγγι του Χαυγά και οδηγεί από τη Φουρνή στην Πλάκα. Στον περιβάλλοντα χώρο του ερειπωμένου μοναστηριού διακρίνονται σήμερα κι άλλα καλντερίμια και μονοπάτια.
Ο ναός του Αγίου Παντελεήμονος ανακαινίστηκε πρόσφατα και εορτάζει στις 27 Ιουλίου. Είναι μονόχωρος καμαροσκέπαστος, μικρών διαστάσεων και ελαφρώς βυθισμένος σε σχέση με την επιφάνεια του εδάφους. Έχει νότια είσοδο με παραλληλόγραμμο θύρωμα και ένα νότιο παράθυρο.
Κοντά στο ναό σώζονται ερείπια κελιών, καθώς και μία κλειστή δεξαμενή. Νότια και ανατολικά του μικρού πλατώματος, όπου υψώνεται ο ναός, σε ακτίνα 50 μέτρων υπάρχουν διάφορα κτίσματα και μεγάλες καμαροσκέπαστες στέρνες. Το μέγεθος της μονής και τα όρια ανάμεσα στο μοναστηριακό συγκρότημα της Βενετοκρατίας και τον υπόλοιπο οικισμό του Σκουρά δεν είναι διακριτά.
Η μονή αναφέρεται στις γραπτές πηγές το 17ο αιώνα και η ίδρυσή της τοποθετείται πριν το 1613. Γραπτή μνεία σε αυτή γίνεται στα συμβόλαια που συνάπτουν μοναχοί της, μέλη της οικογένειας Μεγαλωνά, τα έτη 1613, 1623, 1628, 1629 και σε κάποια από αυτά δηλώνονται σχέσεις και συναλλαγές με τη μονή Καρδαμούτσας.
Σκουράς
Η περιοχή βορειοανατολικά της Φουρνής με μέσο υψόμετρο γύρω στα 300 μέτρα, βόρεια του δρόμου που οδηγεί από τη Φουρνή στην Ελούντα, ονομάζεται σήμερα Σκουράς και αποτελεί τη νοτιοδυτική είσοδο στο ειδυλλιακό φαράγγι του Χαυγά.
Την ευρύτερη περιοχή του ναού του Αγίου Παντελεήμονος στο Σκουρά περιτρέχουν καλντερίμια, ενώ σε ακτίνα 50 μέτρων υπάρχουν διάφορα κτίσματα, ίχνη τοίχων και μεγάλες καμαροσκέπαστες δεξαμενές. Δεν αποκλείεται, σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, στην περιοχή αυτή να ήταν ανεπτυγμένος ένας οικισμός, χωριό ή μετόχι.
Στην περιοχή εντοπίζονται ακόμη δύο τμήματα του λιθόστρωτου δρόμου που οδηγούσε στο σημείο διαπεραίωσης για τη Σπιναλόγκα και αποτελούσε μέρος του κύριου οδικού άξονα της Βενετοκρατίας. Το νοτιότερο έχει αφετηρία τη Φουρνή και σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, από το σημείο που διακόπτεται, συναντάται το δεύτερο με αφετηρία κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα και κατεύθυνση βορειοανατολική, προς την Πλάκα.
Για τον οικισμό Scorea γίνεται αναφορά στον κατάλογο των χωριών της βενετικής τούρμας το 13ο και 14ο αιώνα και στο κατάστιχο του σεξτέριου ανάμεσα στα έτη 1227-1418.
Επίσης για την τοποθεσία με το όνομα Σκουράς γίνεται μνεία το 1575, όταν ο Πέτρος Αμπράμος παραχωρεί χωράφι που έχει εκεί στο μοναχό Αρσένιο Πεδιώτη. Έκτοτε, σε έγγραφα του 16ου και 17ου αιώνα αναφέρεται το μετόχι του Σκουρά, τα μοναστήρια του Αγίου Ιωάννου και του Αγίου Παντελεήμονος, ενώ συμβόλαια των ετών 1580, 1590, 1618, 1621, 1623, 1634 κ.ά. διαπραγματεύονται περιουσίες κατοίκων της Φουρνής στο Σκουρά και κτηματικές συναλλαγές της μονής Αρετίου στην περιοχή. Στην απογραφή των μονών και των εκκλησιών του 1635 καταγράφεται και ο ναός του Σωτήρος – Αφέντη Χριστού στο Σκουρά.
Σκουράς, Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου
Το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στην περιοχή του Σκουρά, σε υψόμετρο 327 μ. και με πολύ μεγάλη κλίση προς τα νοτιοανατολικά. Η μονή σήμερα δεν κατοικείται και το ιδιαίτερα πετρώδες περιβάλλον της, με τη θαμνώδη, βλάστηση χρησιμοποιείται από κτηνοτρόφους, ενώ σε κάποιες προσκείμενες εκτάσεις καλλιεργούνται ελιές.
Κοντά στη μονή και δίπλα στο γειτονικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος εντοπίζονται τμήματα από τη λιθόστρωτη και κύρια οδό της Βενετοκρατίας, που συνέδεε τη Φουρνή με την Πλάκα. Η μονή έχει θέα στον κόλπο του Μιραμπέλου, το εντυπωσιακό φαράγγι του Χαυγά, το δρόμο προς Πλάκα, τον Άγιο Παντελεήμονα και τους λόφους των σκοπιών της Βενετοκρατίας Τράχηλας και Φονιάς.
Ο ναός της μονής, που εορτάζει στις 29 Αυγούστου, έχει πρόσφατα ανακαινιστεί και είναι μονόχωρος καμαροσκέπαστος και σχετικά μικρών διαστάσεων. Έχει δυτική είσοδο και δίρριχτη κλιμακωτή επικάλυψη θόλου με πλάκες, χαρακτηριστική ναών της περιοχής που χρονολογούνται στη Βενετοκρατία, αλλά πιθανότατα και μέχρι τους όψιμους χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας. Στο δυτικό τμήμα του νότιου και βόρειου τοίχου υπάρχουν ανάγλυφες υδρορροές.
Βορειοανατολικά του καθολικού υπάρχει παλαιό συγκρότημα ερειπωμένων κελιών. Στα νότια υψώνεται νεότερο διώροφο κτίριο κελιών του 19ου αιώνα, με στάβλο στο ισόγειο. Στα τέλη του 19ου αιώνα το συγκρότημα βρισκόταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, σύμφωνα με τις γραπτές πηγές,και οι σύγχρονες εργασίες ανακαίνισης αλλοίωσαν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του ναού και του παρακείμενου κτιρίου. Εντός του περιβόλου της μονής διατηρείται μία κλειστή δεξαμενή.
Το μικρό αυτό μοναστήρι, χαρακτηρίζεται από αρχιτεκτονική προσαρμοσμένη στο νότια κεκλιμένο επίπεδο, με αναλημματικό τοίχο και δύο επίπεδα εισόδου. Η αρχιτεκτονική του, η θέση του, η δύσκολη σε αυτό πρόσβαση και τα ελάχιστα εξωτερικά ανοίγματα των κτιρίων δίνουν αμυντικό χαρακτήρα στο μοναστήρι και δείχνουν την πρόθεση προστασίας του.
Η μονή αναφέρεται το 16ο και 17ο αιώνα. Η ίδρυσή της από τον Ιωαννίκιο και τον Αρσένιο Πεδιώτη τοποθετείται πριν το 1575, ενώ γραπτή αναφορά για το μοναστήρι και τους μοναχούς, που ήταν μέλη της οικογένειας Πεδιώτη, γίνεται πολλές φορές και στα έτη 1580, 1590, 1617, 1623, 1634 και 1635. Το 1617 το μοναστήρι παραχωρείται στη μονή Αρετίου και δηλώνεται ως περιουσία του στην απογραφή του 1635.
