Μέρη κοντινά με Παξιμάδι
Το ανάκτορο της Κνωσού είναι το μεγαλύτερο από τα ανάκτορα της Κρήτης. Γύρω του υπήρχε εκτεταμένη πόλη. Το ανάκτορο ήταν κτισμένο στο χαμηλό λόφο της Κεφάλας στη συμβολή δύο ρευμάτων. Η επιλογή της θέσης και η ανάπτυξη που γνώρισε οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην εύφορη γη της περιοχής και στη μικρή απόσταση από τη θάλασσα.
Ο χώρος πρωτοκατοικήθηκε στη Νεολιθική εποχή (6700-3200 π.Χ.). Ηδη από τότε υπήρχε εκτεταμένος οικισμός.
Το πρώτο ανάκτορο οικοδομήθηκε γύρω στο 1900 π.Χ. (Παλαιοανακτορική περίοδος). Από τα λίγα τμήματα που σώζονται φαίνεται ότι τότε διαμορφώθηκε το βασικό του σχέδιο. Καταστράφηκε γύρω στο 1700 π.Χ και στη θέση του οικοδομήθηκε το νέο ανάκτορο (Νεοανακτορική περίοδος). Με εξαίρεση κάποιες μεταγενέστερες προσθήκες, τα ερείπιά του αποκάλυψε και αποκατέστησε ο A. Evans.
Το ανάκτορο αποτελείται από διαφορετικά κτίρια που αναπτύχθηκαν γύρω από την κεντρική αυλή. Είσοδοι υπήρχαν σε όλες τις κατευθύνσεις, με επισημότερες τη νοτιοδυτική και τη βόρεια. Η δυτική πτέρυγα περιλάμβανε ιερά, επίσημες αίθουσες και εκτεταμάνους αποθηκευτικούς χώρους, ενώ η ανατολική πτέρυγα τα "Βασιλικά Διαμερίσματα" και εργαστήρια. Αποθήκες και άλλοι χώροι υπήρχαν στα βόρεια και νότια.
Το ανάκτορο παρουσίαζε μεγάλη ποικιλία αρχιτεκτονικών στοιχείων: ορόφους με επίπεδες στέγες που στέκονταν σε διαφορετικά ύψη, προσόψεις που εισείχαν και εξείχαν, διακοσμήσεις με λίθινα διπλά κέρατα και εναλλασόμενα χρώματα κ.ά. Χρησιμιποιήθηκε μεγάλη ποικιλία υλικών: πλάκες πράσινου σχιστόλιθου στα δάπεδα, ξύλινοι κίονες, πλάκες από γυψόλιθο σε τοίχους, δάπεδα και αλλού. Τη διακόσμηση των δωματίων συμπλήρωναν πολύχρωμα κονιάματα και τοιχογραφίες.
Το ανάκτορο φαίνεται ότι ήταν το κέντρο της πολιτικής, οικονομικής και θρησκευτικής εξουσίας. Ο ρόλος του και οι λειτουργίες των χώρων του είναι θέματα ερμηνείας. Ο κύριος ανασκαφέας του, ο A. Evans, προσπάθησε να ερμηνεύσει τη λειτουργία των χώρων του ανακτόρου και έδωσε ονομασίες που κατά τη γνώμη του περιέγραφαν τη χρήση τους. Στηρίχτηκε στα ευρήματα, στη μυθολογική παράδοση, σε αναλογίες με αρχαίους πολιτισμούς και με την αποχή του. Σήμερα διατηρούνται οι ονομασίες αυτές (π.χ. "Αίθουσα της Βασίλισσας", "Piano Nobile", "Αίθουσα του Θρόνου"), παρόλο που στην πορεία της έρευνας έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις για τη λειτουργία κάποιων χώρων.
Το ανάκτορο της Κνωσού συνέχισε να λειτουργεί μετά το 1450 π.Χ., όταν καταστράφηκαν τα υπόλοιπα ανάκτορα της Κρήτης. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι τότε εγκαταστάθηκαν στο ανάκτορο νέοι κάτοικοι από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα, λόγω της ανεύρεσης σημαντικότατου αρχείου της Γραμμικής Β' γραφής. Δεν είναι βέβαιο πότε σταμάτησε η λειτουργία του ανακτόρου. Μετά το 1380 π.Χ. πάντως μεγάλο μέρος της παλαιότερης αίγλης του είχε χαθεί.
Η νήσος Δία ή Ντία βρίσκεται 7 ναυτικά μίλια βορειοανατολικά της πόλης του Ηρακλείου. Αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Φύσης (NATURA) 2000, λόγω της πολύ σημαντικής βιοποικιλότητας που συναντάει κανείς στο νησί. Στη Ντία υπάρχει ένας αριθμός προστατευόμενων πλασμάτων: το σαλιγκάρι Albinariaretusa , η σαύρα Pdacriserchardiischiebeli, τα άγρια κουνέλια Oryctolagus, ένα είδος γερακιού, τα γνωστά κρι-κρι και ο αετός που ονομάζεται «μαυροπετρίτης». Αποτελεί πολύ σημαντικό βιότοπο για ενδημικά φυτά με μικρή εξάπλωση στο Νότιο Αιγαίο.
Σύμφωνα με το μύθο, η Ντία ήταν ένα κολοσσιαίο θαλάσσιο τέρας το οποίο πλησίασε κοντά στην Κρήτη και την τελευταία στιγμή ο Δίας το μετέτρεψε σε πέτρα με ένα ισχυρό κεραυνό, δημιουργώντας έτσι το νησί.
Στο νησί δεν υπάρχουν καθόλου υποδομές και παραμένει ανέγγιχτο από την ανθρώπινη οικιστική παρέμβαση. Υπάρχουν καραβάκια που εκτελούν καθημερινά ημερήσιες εκδρομές από διάφορες περιοχές του Δήμου Χερσονήσου, καθώς αποτελεί αγαπημένο προορισμό για στιγμές χαλάρωσης των επισκεπτών δημοφιλούς θέρετρου.
Όπως διασώζει ο Τζουάνες Παπαδόπουλος στο βιβλίο του «Στον καιρό της σχόλης»(Π.Ε.Κ.,Ηράκλειο 2013, σ.162-163), που γράφτηκε λίγο μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους (1669), στην πλευρά του νησιού που έβλεπε προς την πόλη «ήταν τρεις όρμοι, ο πρώτος στη δυτική άκρη,που λεγόταν λιμάνι του Αγίου Γεωργίου, όπου βρισκόταν μια εκκλησία μ’ αυτό το όνομα αλλά ερειπωμένη και δεν τη λειτουργούσαν παρά μόνο όταν ερχόταν κανένα καραβάκι με Ρωμιούς από ξένα μέρη(…).
Ήταν μετά πιο πέρα, περίπου στη μέση αυτού του νησιού, ο όρμος που ονομαζόταν της Παναγίας, που είχε και αυτός την ομώνυμη ορθόδοξη εκκλησούλα του(…). Κι ακόμα παραπέρα απ’ αυτόν τον όρμο βρισκόταν ο τελευταίος, ο πιο βολικός και ευρύχωρος, ο όρμος του Αγίου Νικολάου, με την εκκλησία του, ερειπωμένη όμως…»
Στη δυτική αυλή κατασκευάστηκαν την Παλαιοανακτορική περίοδο (1900-1700 π.Χ.), τρεις μεγάλοι κυκλικοί λάκκοι με κτιστά τοιχώματα, γνωστοί ως "Κουλούρες". Το όνομα έδωσαν οι εργάτες της ανασκαφής και το διατήρησε ο A. Evans.
Η χρήση των κυκλικών λάκκων είναι ασαφής. Εχουν ερμηνευθεί ως χώροι απορριμάτων είτε για όλα τα απορρίματα του ανακτόρου είτε μόνο για τα κατάλοιπα ιερών προσφορών. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι χρησιμοποιούνταν ως χώροι αποθήκευσης σιτηρών.
Σε δύο από αυτές μπορεί κανείς να δει τα λείψανα οικιών της Προανακτορικής περιόδου (3200-1900 π.Χ.). Κατά τους Νεοανακτορικούς χρόνους (1700-1450 π.Χ.) οι "Κουλούρες" καλύφθηκαν και έπαψαν να χρησιμοποιούνται.
Η Πύλη του Αγίου Γεωργίου στο Ηράκλειο βρίσκονταν θαμμένη κάτω από την Πλατεία Ελευθερίας για πολλές δεκαετίες. Πρόσφατα αποκαλύφθηκε και ανακαινίστηκε φέρνοντας στο φως μια άγνωστη εικόνα από την ιστορία του Ηρακλείου. Η Πύλη του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε το 1565 επί ενετοκρατίας και συνέδεε το περιτειχισμένο Ηράκλειο με την Ανατολική Κρήτη. Αλλιώς ονομαζόταν Πύλη Λαζαρέτο γιατί οδηγούσε στο Λαζαρέτο, δηλαδή το λοιμοκαθαρτήριο, που βρισκόταν στα ανατολικά παράλια έξω από τα τείχη του Ηρακλείου. Η πύλη του Αγίου Γεωργίου αποτελούσε σπίτι για πάρα πολλούς λεπρούς, οι οποίοι διώχτηκαν από τα χωριά τους λόγω της αρρώστιας. Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα της αρρώστιας ήταν κυρίως η παραμόρφωση στα άκρα τους σώματος, καθώς και το πολύ πρήξιμο. Όσοι ήταν εκεί εκλιπαρούσαν ελεημοσύνη από τους περαστικούς. Λεπροί δεν ήταν μόνο άνθρωποι μεγάλης ηλικίας αλλά και πολλά νέα παιδιά που είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια οι τουρκικές αρχές έδιναν μισή οκά ψωμί την ημέρα σε κάθε λεπρό. Ακόμα και αυτό το μικρό πράγμα φαινόταν σε αυτούς σαν ένα θείο δώρο. Η αρχική πρόσοψη της πύλης Αγίου Γεωργίου ήταν μνημειακή, διακοσμημένη με μετάλλια, οικόσημα, ανάγλυφους λέοντες και επιγραφή με την χρονολογία κατασκευής, 1565, και το όνομα του αρχιστράτηγου Παύλου Τζώρτζη. Ψηλά, πάνω από το άνοιγμα της εισόδου δέσποζε η ανάγλυφη εικόνα του Αγίου Γεωργίου πάνω στο άλογο του. Η επιβλητική πρόσοψη της πύλης γκρεμίστηκε με βάρβαρο τρόπο με δυναμίτες μία νύχτα του 1917, για τη διάνοιξη του δρόμου. Διασώζεται ωστόσο η πλάκα με τον Άγιο Γεώργιο, η οποία φυλάσσεται στο Ιστορικό Μουσείο Ηρακλείου.
The Museum of the Battle of Crete and National Resistance (1941-1945) was founded by the Municipality of Heraklion in May 1994.
Προμαχώνας Βιτούρι Στην αρχή ονομάστηκε γωνιά Καλλέργη. Έπειτα του Αγίου Ελευθερίου, από την μικρή παλιά εκκλησία που βρισκόταν κοντά. Και τέλος, επικράτησε Προμαχώνας Βιτούρι προς τιμήν του Giovvani Vitouri. Τα δύο μέτωπά του είναι άνισα μεταξύ τους. Το ανατολικό μέτωπο είναι υπερδιπλάσιο από το ΝΔ και βρίσκεται κάτω από τις επιχωματώσεις με τις οποίες έγινε η πλήρωση της τάφρου και σχηματίστηκε το επίπεδο στο οποίο διαμορφώθηκε η λεωφόρος Δημοκρατίας και το πάρκο Γεωργιάδη
Το δωμάτιο αυτό μοιάζει με δεξαμενή. Το δάπεδό του βρίσκεται βαθύτερα από τον γύρω χώρο και κατέβαινε κανείς με μία σκάλα. Η "δεξαμενή" περιβαλλόταν από κίονες και είχε επένδυση με πλάκες από γυψόλιθο, που της έδιναν πολυτελή όψη. Στη σημερινή του μορφή ο χώρος έχει πλήρως αποκατασταθεί από τον Evans.
Χώροι με ανάλογη διαρρύθμιση έχουν βρεθεί και σε άλλα σημεία του ανακτόρου της Κνωσού, καθώς και σε άλλα ανάκτορα και σε σημαντικά μινωικά κτίρια της εποχής (1700-1450 π.Χ.). Δεν είναι γνωστό πως χρησιμοποιούνταν αυτοί οι χώροι. Οπως φαίνεται πάντως από την κατασκευή τους δεν γέμιζαν με νερό ούτε διέθεταν αποχέτευση. Ο A. Evans θεώρησε ότι χρησιμοποιούνταν για τελετουργίες εξαγνισμού (καθαρμού) και γι' αυτό ονόμασε τους χώρους αυτούς "δεξαμενές καθαρμών".
Ο Evans πίστευε επίσης ότι το ανάκτορο ήταν ένας χώρος ιερός. Γι' αυτό, κατά την άποψή του, η συγκεκριμένη "δεξαμενή καθαρμών" χρησίμευε για τον εξαγνισμό των επισκεπτών που έμπαιναν στο ανάκτορο από την γειτονική βόρεια είσοδο.
Ενας υπαίθριος διάδρομος συνέδεε την κεντρική αυλή με τη βόρεια είσοδο. Είχε πλακόστρωτο δάπεδο με έντονη κλίση προς τα βόρεια.
Η διάβαση είναι στενή. Δεξιά και αριστερά δύο υπερυψωμένες στοές, που είναι γνωστές ως "Προμαχώνες".
Ο A. Evans αποκατέστησε τον "Προμαχώνα" της δυτικής πλευράς. Επίσης τοποθέτησε εκεί αντίγραφο μια συμπληρωμένης ανάγλυφης τοιχογραφίας ταύρου. η τοιχογραφία αποτελούσε ίσως τμήμα παράστασης από σκηνή κυνηγιού.
Η διάβαση καταλήγει σε μια μεγάλη αίθουσα με δέκα τετράγωνους πεσσούς και δύο κίονες. Οι πεσσοί και οι κίονες στήριζαν πιθανότατα άλλη μεγάλη αίθουσα στον όροφο.
Ο A. Evans υπέθεσε ότι λόγω της θέσης του προς την πλευρά της θάλασσας, στο χώρο αυτό θα έπρεπε να ελέγχονταν τα προϊόντα του θαλάσσιου εμπορίου που έφθαναν στο ανάκτορο. Γι' αυτό και το ονόμασε "Τελωνείο".
Ένα μυθικό λιμάνι της Κνωσού, βρέθηκε στη θέση Κατσαμπάς στα δυτικά όρια του Δήμου Ν. Αλικαρνασσού. Το μείζον αυτό ανασκαφικό γεγονός με διαστάσεις παγκόσμιας σημασίας πραγματοποιήθηκε ακριβώς στην περιοχή την οποία ο διορατικός Αρθουρ Εβανς είχε προσδιορίσει ως «τη λιμενική πόλη της Κνωσού», χωρίς ο ίδιος να πραγματοποιήσει ανασκαφές.
Συγκεκριμένα, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στην επιφάνεια νεώρια τεραστίων διαστάσεων για την εποχή εκείνη, που ασφαλώς ήταν η βασικότερη υποδομή για την κατασκευή και συντήρηση των πλοίων της μινωικής θαλάσσιας και αργότερα της μυκηναϊκής αυτοκρατορίας, που είχε κυριαρχήσει επί αιώνες στο χώρο της Μεσογείου.
Ειδικότερα, σε οικόπεδο που περικλείεται από τους δρόμους Δημοκρίτου, Οδυσσέως, Βέντρις και μια πολυκατοικία, από τη δυτική του πλευρά και σε τοποθεσία που βρίσκεται δυτικά της κοιλάδας του ιστορικού ποταμού Καίρατου, ο οποίος διέρχεται σχεδόν δίπλα από το ανάκτορο της Κνωσού και εκβάλλει στο λιμάνι του Ηρακλείου και σε απόσταση 100 μέτρων από την κοίτη του ποταμού βρέθηκαν τα νεώρια μετά την αφαίρεση των επιφανειακών επιχώσεων που ήταν σχεδόν καθαρή άμμος θάλασσας πάχους περίπου 1,5 μέτρου με αποτέλεσμα την αποκάλυψη της κάτοψης κτιρίου μνημειακών διαστάσεων.
Αποκαλύφθηκαν έξι παράλληλοι τοίχοι πάχους ενός μέτρου ο καθένας, ισχυρότατης κατασκευής, με άξονα από Βορρά, που βρίσκεται η θάλασσα, προς Νότο, οι οποίοι δημιουργούν έξι παράλληλους ορθογώνιους χώρους σε δύο πτέρυγες. Από τον έκτο χώρο στην ανατολική πλευρά του κτιρίου έχει αποκαλυφθεί μόνο ένα τμήμα του δυτικού τοίχου.
Οι πέντε χώροι έχουν πλάτος έξι μέτρα ο καθένας, μήκος από 21 έως 23 μέτρα μόνο το ορατό μέρος και είναι διαρρυθμισμένοι σε δύο πτέρυγες ή συγκροτήματα, δυτικά και ανατολικά από τον έκτο χώρο, που έχει πλάτος 1,5 μέτρο και πιθανότατα ήταν διάδρομος με κατωφερή κλίση προς Βορρά, ενώ στο νότιο τμήμα του αποτελείται από κλιμακωτά επίπεδα.
Ο εσωτερικός χώρος του κάθε μινωικού νεωρίου υπολογίζεται σε 150 τ.μ. περίπου, ενώ παραμένει άγνωστο προς το παρόν το συνολικό μήκος των μακρών τοίχων, οι οποίοι συνεχίζονται κάτω από τους δρόμους που περικλείεται το οικόπεδο. Σύμφωνα με τον ίδιο αρχαιολόγο όμως ο προσανατολισμός των τοίχων και των άλλων χώρων που βρέθηκαν είναι προς τη θάλασσα και σε απόσταση 150 μέτρων.
Η καινούργια εποχή που ξεκίνησε με την κατασκευή των νέων ανακτόρων στη μινωική Κρήτη αποδεικνύει τη οικονομική ευρωστία και την πολιτική ηρεμία, στην οποία βρισκόταν το νησί. Η Κνωσός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικιστικής ανάπτυξης την περίοδο αυτό. Δεν επισκευάστηκε μόνο εκ νέου το ανάκτορο, το οποίο διακοσμήθηκε με εντυπωσιακές τοιχογραφίες, αλλά σε όλη την έκταση του ανακτόρου και της μινωικής πόλης κατασκευάστηκαν καινούργια συγκροτήματα, βασιλικές επαύλεις και μνημειακοί τάφοι.
Ένα από τα σημαντικά αυτά μνημεία αποτελεί το λεγόμενο ''Μικρό Ανάκτορο'' της Κνωσού, το οποίο ήταν οργανικά ενωμένο με το κύριο ανάκτορο. Στο οικοδόμημα αυτό κάποιες από τις αίθουσες του ξεπερνούν σε χάρη και διακόσμηση αυτές του μεγάλου ανακτόρου. Tο "Mικρό Aνάκτορο" (17ος-15ος αιώνας π.X.) βρίσκεται στα δυτικά του δημόσιου δρόμου Κνωσού Ηρακλείου, σε ελάχιστη απόσταση από το κυρίως ανακτόρο, και έχει όλα τα ανακτορικά αρχιτεκτονικά στοιχεία (ξεστή τοιχοδομία, χώροι υποδοχής, περίστυλη αίθουσα, διπλό μέγαρο με πολύθυρα και δεξαμενή καθαρμών-ιερό). Ήταν ένα κτίσμα με ιδιαίτερο θρησκευτικό χαρακτήρα, καθώς διέθετε βωμό, αίθουσες με πεσσούς και θρησκευτικά αντικείμενα βασιλικής τέχνης. Το ξακουστό ρυτό με τη μορφή ταυροκεφαλής από στεατίτη βρέθηκε εδώ. Το θρησκευτικό χαρακτήρα του δεν έχασε το κτίσμα ακόμη και όταν οι Μυκηναίοι ανέλαβαν τα ηνία στην Κρήτη και έκτισαν ένα βωμό, ακριβώς πάνω από το παλιό δωμάτιο με τη δεξαμενή καθαρμού.
Το ''Μικρό Ανάκτορο'' αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κτήριο μετά από το μεγάλο ανάκτορο. Η ανατολική του πρόσοψη έχει καταστραφεί εντελώς. Το σημαντικό αυτό κτήριο διαθέτει ενδιαφέροντα λατρευτικά δωμάτια, ανάμεσα σε αυτά τρεις αίθουσες με πεσσούς και λατρευτικές εγκαταστάσεις και μια βάση καθαρμού. Το συνολικό συγκρότημα, διαστάσεων 45 x 28 μ., πρέπει να είχε ακόμη έναν όροφο. Η είσοδος βρισκόταν στα ανατολικά και οδηγούσε σε ένα προθάλαμο. Από κει μέσω ενός πολυθύρου με τρία πλατιά σκαλοπάτια οδηγούνταν ο επισκέπτης σε μια περίστυλη αυλή. Στο βόρειο μέρος της αυλής άλλο πολύθυρο οδηγούσε στην επίσημη αίθουσα του συγκροτήματος. Πρόκειται για μια ορθογώνια αίθουσα που με ένα πολύθυρο χωρίζεται σε δύο δωμάτια και με άλλα πολύθυρα επικοινωνεί στα ανατολικά με κιονοστοιχία βεράντας. Οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με γυψόλιθο και το δάπεδο πλακοστρωμένο. Πίσω από το βόρειο τμήμα της αίθουσας υπάρχει το ''πλυντήριο'', χώρος με αποχέτευση που συνδέεται με τον εξωτερικό αγωγό, ενώ πίσω από το νότιο τμήμα της αίθουσας βρίσκεται στεγασμένη μια δεξαμενή καθαρμών. Δυτικότερα και νοτιότερα υπάρχουν άλλα δωμάτια διαφόρων χρήσεων. Δύο μεγάλες κλίμακες (δυτικά και νότια) πλαισιώνουν τη μεγάλη αίθουσα με τους πεσσούς. Τη σπουδαιότητα και τον ιερό χαρακτήρα της αίθουσας αυτής φανερώνουν τα λατρευτικά αντικείμενα που βρέθηκαν εκεί, μεταξύ αυτών και μια βάση με διπλούς πελέκεις. Ακόμη μια εντυπωσιακή αίθουσα με πεσσούς βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του συγκροτήματος. Οι διαστάσεις του ανεσκαμμένου τμήματος, περίπου 90 μ. μήκος και περισσότερο από 30 μ. πλάτος, δίνουν μνημειακή μορφή στο κτίσμα αυτό.
Η μικρή απόσταση του ''Μικρού Ανακτόρου'' με το θεατρικό χώρο του ανακτόρου της Κνωσού, περίπου 230 μ., η ιερή οδός που σύνδεε τους δύο αυτούς χώρους φανερώνουν την οργανική ένωση του ιερών αυτών κτισμάτων, όπου πιθανόν μέσω της οδού θα μεταφέρονταν ιερά αγάλματα και θρησκευτικά κειμήλια μπροστά από πλήθος ανθρώπων, που θα παρακολουθούσαν τις τελετουργίες αυτές. Μετά την καταστροφή της Κνωσού (υστερομινωική ΙΙΙΒ περίοδος) το Μικρό ανάκτορο χρησιμοποιήθηκε ως ιερό φετιχιστικό ειδώλων, όπως δείχνουν και τα πέτρινα ειδώλια που βρέθηκαν εκεί.
Σημαντικό μνημείο της Κνωσού με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική μορφή αποτελεί η λεγόμενη Βασιλική έπαυλη, η οποία βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του ανακτόρου. Παρουσιάζει έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και ίσως πρόκειται για κατοικία επιφανούς μέλους της αριστοκρατίας ή του ιεραρχείου. Χαρακτηριστικά στοιχεία της Έπαυλης είναι τα πολύθυρα, η υπόστυλη κρύπτη με πεσσό και το διπλό κλιμακοστάσιο. Κατασκευάστηκε σε μια τομή της πλαγιάς του λόφου, ενώ η πρόσοψή της έβλεπε ανατολικά στην κοιλάδα του Καιράτου ποταμού. Σώζεται το ισόγειο και έχει αναστηλωθεί μέρος του πρώτου ορόφου, ενώ υπήρχε και δέυτερος όροφος από πάνω.
Η βασιλική έπαυλη κτίστηκε κατά την Υστερομινωική I περίοδο (14ος αι. π.Χ.) και χωρίζεται από το ανάκτορο της Κνωσού με έναν πλακοστρωμένο δρόμο, ο οποίος ονομάστηκε από τους ανασκαφείς βασιλικός δρόμος. Τόσο η θέση της, όσο και αρκετές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες δείχνουν ότι η βασιλική έπαυλη συνδεόταν οργανικά με το ανάκτορο. Μέσω ενός τοιχισμένου αύλειου χώρου έφτανε ο επισκέπτης στην είσοδο της έπαυλης, η οποία διέθετε τη χαρακτηριστική μορφή των μυκηναϊκών μεγάρων με δύο κίονες μεταξύ των παραστάδων. Από έναν φωταγωγό έμπαινε κανείς στον προθάλαμο και από κει στην κύρια αίθουσα του μινωικού πολύθυρου. Οι τοίχοι είναι επενδυμένοι με πλάκες από γυψόλιθο, όπως και το δάπεδο. Μετά τον πρόδομο ακολουθούσε η κύρια αίθουσα του οικοδομήματος, ορθογώνιας κάτοψης. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της αίθουσας αυτής, που δε συναντάται σε άλλες επαύλεις, είναι ο λίθινος θρόνος, που βρέθηκε σε μία κόγχη της νότιας πλευράς. Η κόγχη, στην οποία βρέθηκε ο θρόνος, ήταν απομονωμένη με σκαλιά και κίονες και επικοινωνούσε μέσω ενός φωταγωγού με τον επάνω όροφο. Αυτή η αρχιτεκτονική διάταξη με το υποβλητικό σκηνικό δηλώνει ότι ο συγκεκριμένος χώρος προοριζόταν για κάποιες θρησκευτικές τελετουργίες.
Από την κεντρική αίθουσα οδηγείται κανείς σε μία υπόστυλη κρύπτη, στην οποία υπήρχαν αυλάκια και κοιλότητες, κατασκευασμένα προφανώς για να δέχονται υγρές προσφορές. Οι τοίχοι της κρύπτης ήταν κτισμένοι με γυψόλιθο, ενώ το δάπεδό της ήταν στρωμένο με γυψολιθικές πλάκες. Ένα ιδιόμορφο χαρακτηριστικό της βασιλικής έπαυλης είναι το ιδιότυπο κλιμακοστάσιο που χωριζόταν σε δύο πτέρυγες καθώς οδηγούσε στον επάνω όροφο. Το νοτιοανατολικό τμήμα της έπαυλης, στο οποίο βρισκόταν μία πλακοστρωμένη αίθουσα, ένα λουτρό και μία τουαλέτα, φαίνεται ότι είχε ιδιωτικό χαρακτήρα.
Το νότιο τμήμα και η νότια πρόσοψη του ανακτόρου είναι πολύ κατεστραμμένα. Σήμερα βλέπει κανείς μόνο θεμέλια και κλιμακωτά επίπεδα. Χαμηλά, μία πυργοειδής προεξοχή είναι ότι έχει απομείνει από τη νότια είσοδο του ανακτόρου. Ενας ανηφορικός διάδρομος οδηγούθσε προς την κεντρική αυλή.
Το τμήμα του διαδρόμου αυτού κοντά στην κεντρική αυλή είναι ανακατασκευασμένο. Ο A. Evans τοποθέτησε εδώ το αντίγραφο μιας ανάγλυφης τοιχογραφίας από την οποία βρέθηκαν μόνο λίγα κομμάτια. Διακρίνονταν μία μορφή που έφερε κοσμήματα, που είχαν το σχήμα κρίνων. Η αποκατάσταση που υπάρχει είναι αβέβαιη. Κατά την γνώμη του evans παρίστανε τον "ιερέα-βασιλιά".
Αλλοι μελετητές θεωρούν ότι πρόκειται για έναν πρίγκηπα, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι παριστάνεται μια γυναικεία μορφή.
